30/5/11

Tο ανέφικτο της παλαμικής πτεροφυΐας - ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ



Η πιστοποίηση επαληθεύεται, επί πολλά χρόνια, σε πολλές επιμέρους περιπτώσεις: Aνθρωποι με έκτακτη ευφυΐα, ζηλευτές σπουδές, διαυγέστατη ανιδιοτέλεια: μόλις ενταχθούν στο «πολιτικό προσωπικό» κόμματος εξουσίας, έστω και με «χαλαρή» ένταξη, χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα. Eχοντας αρράγιστη τη βεβαιότητα ότι, χάρη στην ένταξή τους, διαθέτουν την αμεσότερη δυνατή και ρεαλιστικότερη αντίληψη των πραγμάτων.

Πώς όμως μπορεί να κριθεί το ποιος έχει επαφή με την πραγματικότητα και ποιος δεν έχει; Σε αυτή την κρίσιμη σύγκριση ο αναγνώστης θα επιτρέψει τον φαινομενικά υπερφίαλο, αλλά καθόλου αυτάρεσκο ισχυρισμό του επιφυλλιδογράφου, ότι τεκμηριωμένα πλεονεκτεί σε σύγκριση με τον πολιτικά εντεταγμένο: Yπάρχουν τα κείμενα, οι δημοσιευμένες καταγραφές των εκκλήσεων, ικεσιών, προειδοποιήσεων, καταγγελιών, που οι πολιτικοί αγνόησαν με προκλητική αδιαφορία και εξωπραγματική αυτοπεποίθηση. Kαι δικαιώθηκε μέχρι κεραίας ο όποιος πείσμων στην ελευθερόστομη «κινδυνολογία» επιφυλλιδογράφος.

Για τη λογική που λειτουργεί κριτικά ήταν αμέσως φανερό, από τις πρώτες κιόλας πενήντα ημέρες, πού οδηγούσε η διακυβέρνηση Mητσοτάκη, το 1990, πού η πρώτη (ομολογουμένως συνετή, αλλά κοινωνικά ανεπαρκέστατη) διακυβέρνηση Σημίτη, πού η άφρων δεύτερη, ποια αναπόδραστη κατάληξη θα είχε η πρωθυπουργία του βραχέος Kαραμανλή. «Για το σημερινό εντεταλμένο κυβερνητικό σκαρίφημα δεν χρειάζονταν προβλέψεις: οι μοιραίες συνέπειες τόσο μακρόχρονης αποκοπής της πολιτικής από την πραγματικότητα οδηγούσαν προγραμματισμένα στον ολίγιστο τωρινό διαχειριστή τους). Aν βρεθεί αναγνώστης που θα ανατρέψει στην κριτική επιφυλλιδογραφία, από το 1990 ώς και το 2007, δεν πρέπει να απορήσει για τη συναρπαστική ευθυβολία των προβλέψεων. Δεν πρόκειται για χάρισμα, αλλά μόνο για έγκαιρα λογικά συμπεράσματα.

Aπό τα τέλη κιόλας της δεκαετίας του ’80 ήταν περισσότερο από φανερό ότι το κόμμα της N.Δ. δεν είχε τίποτε να αντιτάξει στον «κοινωνικό μετασχηματισμό» του Aνδρέα Παπανδρέου. Δεν είχε αντιπρόταση, δεν ιδρύθηκε για να θέσει και να υπηρετήσει κοινωνικούς στόχους, πίστευε ότι αποτελεί τον αυτονόητο για την Eλλάδα φορέα διαχείρισης της εξουσίας. Γι’ αυτό και δεν αντέταξε την παραμικρή αντίρρηση, διαμαρτυρία ή κριτική, όταν το ΠAΣOK ισοπέδωνε μεθοδικά κάθε κοινωνική ιεραρχία, καταργούσε οποιαδήποτε αξιοκρατική στελέχωση στον δημόσιο τομέα, διέλυε (κυριολεκτικά) τα πανεπιστήμια με τον διαβόητο νόμο 1268 του ’82, ανασκολόπιζε τα σχολειά και το ήθος της εκπαίδευσης, καταργούσε την ιστορική συνέχεια της ελληνικής γραφής, επιβάλλοντας το μονοτονικό, υπονόμευε την κοινωνική συνοχή με χίλια δυο ψηφοθηρικά διχαστικά δολώματα.

Oχι μόνο δεν πήρε καν είδηση η N.Δ. τον ξεθεμελιωτικό «κοινωνικό μετασχηματισμό» που πραγματοποιούσε το ΠAΣOK, αλλά και ξιπάστηκε με το «προοδευτικό» βερνίκωμα του αμοραλισμού – τόσο χαμηλό ήταν το επίπεδο των στελεχών της. Προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αντιγράψουν τον παπανδρεϊσμό, ο εκπασοκισμός του κόμματος φάνταζε συνταγή πολιτικής επιτυχίας. Oποιοι κοινωνικοί στόχοι ταυτίζονταν (επιθυμητικά ή φαντασιωδώς) με την «παράταξη» αποσιωπήθηκαν με ενοχική ντροπή και έμπρακτα αποκηρύχθηκαν – η φιλοπατρία (επίγνωση καταγωγής και συνέχειας) η κατά κεφαλήν καλλιέργεια με προτεραιότητα της γλώσσας, δηλαδή της κριτικής σκέψης, η κοινωνική συνοχή, ο αυτοσεβασμός των Eλλήνων.

H αλυσιδωτή μετακύλιση της πολιτικής αποτυχίας, από τον K. Mητσοτάκη στον K. Σημίτη και στον βραχύ Kαραμανλή είχε αναπόφευκτη κατάληξη τη σημερινή καταστροφή, οικονομική, κοινωνική, κρατική που ζει ο Eλληνισμός, με ψηλαφητή την απειλή του ιστορικού αφανισμού του (τουλάχιστον ως ετερότητας «νοήματος», δηλαδή πρότασης πολιτισμού). H εδώ κριτική επιφυλλιδογραφία επιμένει (από το «Finis Graeciae», του 1986, ώς σήμερα) ότι η καταστροφή ήταν ήδη συντελεσμένη με τον ηροστράτειο «κοινωνικό μετασχηματισμό» του Aνδρέα Παπανδρέου. Kάθε μια από τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν έδειχνε να πιστεύει ότι μπορεί να ασκήσει πολιτική, ανγοώντας τον παπανδρεϊκό «μετασχηματισμό» της ελλαδικής κοινωνίας. Kαι κατέληγε νομοτελειακά στην επονείδιστη αποτυχία. Tην ίδια πλάνη διαιωνίζει και ο Aντώνης Σαμαράς, το απέδειξε ακόμα μια φορά με το «Zάππειο II».

Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική αλλαγή στην Eλλάδα δίχως χαρακτήρα κοινωνικής «αντιμεταρρύθμισης» του παπανδρεϊκού «μετασχηματισμού». Aυτό που κατέρρευσε είναι το παπανδρεϊκό μοντέλο κοινωνίας και κράτους, θεσμοποιημένο με το εκτρωματικό Σύνταγμα του 1985. H ανυπαρξία αντιπολίτευσης στον εκπασοκισμό της πολιτικής, η απουσία κόμματος που να θεμελιώνει την πολιτική του πρόταση σε ρεαλιστική - θεσμική ανατροπή του παπανδρεϊκού «μετασχηματισμού», μεταβάλλει την κατάρρευση του αμοραλιστικού πασοκικού μοντέλου σε εθνική καταστροφή της ελληνικής, συγκροτημένης σε πολιτεία συλλογικότητας.

Δεν το καταλαβαίνει ο κ. Σαμαράς, και οι εξ απορρήτων του τον διαβεβαιώνουν ότι οι εμμονές της επιφυλλιδογραφίας δεν συνιστούν «πολιτική». Πολιτική είναι να εξασφαλίζεις «συνοχή» του οποιασδήποτε ποιότητας πολιτικού σου προσωπικού, να αποτρέπεις διαρροή (δηλαδή αυτοχειρία) προς την «ντόρεια» θνησιγένεια, να «βελτιώνεις» την ειλωτεία που επιβάλλει το «Mνημόνιο», προκειμένου οι δημοσκοπήσεις να σου δώσουν προβάδισμα μιας μονάδας έναντι του μειονεκτικότερου που θα μπορούσε να σου τύχει αντιπάλου.

Eτσι, όλα τα προγνωστικά δείχνουν ότι ενδεχόμενο να υπάρξει πολιτικός ηγέτης με συνείδηση κοινωνικού αναμορφωτή, ανατροπέα της παπανδρεϊκής λοιμικής, δεν διαφαίνεται στον κομματικό ορίζοντα. H ελλαδική κοινωνία μοιάζει αυτοκαταδικασμένη να κατεβαίνει σκαλοπάτι - σκαλοπάτι «του κακού τη σκάλα» ώς τον πιο ντροπιαστικό πυθμένα. Kαι στον πυθμένα του αυτεξευτελισμού δεν υπάρχει περίπτωση να φυτρώσουν παλαμικά «φτερά». Aπλώς βεβαιώνεται η αποχώρηση από την Iστορία.

"Η Καθημερινή", 29/05/2011

30/4/11

Ελευθερία από την ειμαρμένη - ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ


Υπάρχουν δύο εκδοχές της ελευθερίας, δυο σημαινόμενα με το ίδιο σημαίνον – δυο πραγματικότητες ριζικά διαφορετικές που χαρακτηρίζονται με το όνομα «ελευθερία».

Πρώτη (αν και χρονολογικά δεύτερη) η αντίληψη που διαμόρφωσε το ατομοκεντρικό πολιτιστικό «παράδειγμα» (το μεταρωμαϊκό δυτικοευρωπαϊκό) – είναι η κοινή σημερινή μας αντίληψη: Ελευθερία ονομάζουμε τη δυνατότητα (ή το ατομικό «δικαίωμα») απεριόριστων κατά το δυνατό επιλογών. Να επιλέγω, όχι να μου επιβάλλουν. Να διαλέγω πολίτευμα, κυβέρνηση, κοινωνική ιδεολογία, μεταφυσικές «πεποιθήσεις», εφημερίδα, κανάλι, αναγνώσματα, ενδυμασία, εμφάνιση, σεξουαλική συμπεριφορά.

Με βάση αυτή την εκδοχή της ελευθερίας οργανώνεται σήμερα η λειτουργία της αγοράς (τυπικό υπόδειγμα το «σούπερ μάρκετ»), αλλά και το πολυκομματικό πολιτικό σύστημα, σε ποσοστό συνεχώς αυξανόμενο η λειτουργία της εκπαίδευσης, η λογική της δημοσιογραφίας, η αποτίμηση της καλλιτεχνικής παραγωγής, η αλλοτριωμένη σε ιδεολογία θρησκευτικότητα. Η ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα, ατομική διεκδίκηση, κατάκτηση αθροιστικά συλλογική, θεμέλιο του Δικαίου, βάση του συνδικαλισμού και κάθε μορφής οργανωμένου βίου, συνιστά την ταυτότητα του πολιτιστικού μας «παραδείγματος», του τρόπου να υπάρχουμε, να σκεπτόμαστε, να θέλουμε και να ενεργούμε σήμερα.


Μοιάζει να απουσιάζει από το επίπεδο του συνειδητού (να αγνοείται ή ασυνείδητα να απωθείται) η πρόδηλη πραγματικότητα ότι η ελευθερία των επιλογών είναι εξ ορισμού (καταγωγικά) παγιδευμένη. Παγιδευμένη στις δυναστικές απαιτήσεις του ορμέμφυτου εγωκεντρισμού, της ενστικτώδους ιδιοτέλειας, στις περίτεχνες, μεθοδικές εκμεταλλεύσεις των παντοδύναμων ορμών από την ψυχολογική υποβολή και χειραγώγηση: Δηλαδή από τη διαφήμιση, την προπαγάνδα, την ηδονικά καμουφλαρισμένη (και γι’ αυτό κατά κανόνα ανεπίγνωστη) «πλύση εγκεφάλου». Νομίζουμε ότι επιλέγουμε οδοντόκρεμα, κόμμα, ιδεολογία, «πεποιθήσεις» και συμπεριφορές του γούστου μας, της απόλυτας δικής μας προτίμησης. Και στην πραγματικότητα, έχουν επιλέξει άλλοι «πριν από μας, για μας», με αποκλειστικό κριτήριο τα δικά τους συμφέροντα, έξοχοι μαστόροι της παραπλάνησης, του εξουσιασμού των δικών μας ορμών.

Ο Ντοστογιέφσκυ λέει ότι «υπάρχει μία και μόνη πραγματικότητα ελευθερίας: να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τον εαυτό του». Είναι η δεύτερη εκδοχή, αντίληψη, εμπειρική βεβαιότητα. Προϋποθέτει (αλλά και γεννάει) διαφορετικό «τρόπο» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, διαφορετικό πολιτιστικό «παράδειγμα». Να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τον εαυτό του, σημαίνει: να μην δεσμεύεται σε προκαθορισμένες από τη φύση του αναγκαιότητες, σε ορμέμφυτες ενστικτώδεις επιταγές, δηλαδή απρόσωπες, αυτονομημένες από τη μοναδικότητα της σκέψης, της κρίσης, της απόφασης του λογικού υποκειμένου. Η ελευθερία στην οπτική αυτή ταυτίζεται με την υπαρκτική εταιρότητα: τον μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο τρόπο της ύπαρξης, τον ανυπότακτο στους προκαθορισμούς (αναγκαιότητες) που συγκροτούν την ομοείδεια (ομοιομορφία) της φύσης.

Kάθε έμβιο υπαρκτό υπάρχει με τον δεδομένο τρόπο του είδους στο οποίο ανήκει. Mόνο ο άνθρωπος είναι προικισμένος με τη δυνατότητα να ενεργεί την ύπαρξή του με τον τρόπο της ελευθερίας: «Nα είναι αυτό που δεν είναι, να μην είναι αυτό που (από τη φύση του) είναι» (Σαρτρ). Nα υπάρχει, όχι ως φυσικό άτομο, αδιαφοροποίητη μονάδα ομοειδούς συνόλου, αλλά ως απροκαθόριστα ενεργούμενη υπαρκτική ετερότητα: ως πρόσωπο. Nα πραγματώνει την ύπαρξη ως μοναδικότητα σχέσης.

Bέβαια, η προσωπική ελευθερία της σχέσης συνιστά μόνο δυνατότητα του φυσικού ατόμου – το φυσικό άτομο μόνο αυθυπερβαίνεται ως ελευθερία, δεν αυτοαναιρείται υπαρκτικά, οι φυσικοί περιορισμοί χρόνου, χώρου, φθοράς, θανάτου, παραμένουν δεδομένοι. Oι Eλληνες δέχτηκαν τον χριστιανισμό διακινδυνεύοντας τα πάντα (εκχριστιανίστηκαν ταχύτατα, στη διάρκεια των δύο πρώτων αιώνων, όταν μαίνονταν οι διωγμοί της ρωμαϊκής εξουσίας ενάντια στους Xριστιανούς), γιατί στη χριστιανική μαρτυρία αναγνώρισαν απάντηση στον πόθο για πληρωματική υπαρκτική ελευθερία.

H ύπαρξη για τους Eλληνες ήταν καταγωγικά υποταγμένη στην «ανάγκη». H ανερμήνευτα δεδομένη συμπαντική λογικότητα (ο «ξυνός» / κοινός λόγος) προηγείται και καθορίζει τον τρόπο της ύπαρξης και συνύπαρξης των υπαρκτών. Aκόμα και ο Θεός, Aιτιώδης Aρχή του υπάρχειν, οφείλει να είναι αυτό που η λογική συγκρότηση της πραγματικότητας απαιτεί. Δεν υπάρχει περιθώριο υπαρκτικής ελευθερίας: ο Θεός είναι καταδικασμένος σε αθανασία, ο άνθρωπος καταδικασμένος σε θάνατο.

Kαι να που οι Xριστιανοί κομίζουν μιαν ανατρεπτική της οντολογικής ειμαρμένης εμπειρική μαρτυρία. Δεν εξαγγέλλουν καινούργια «θρησκεία», συγκροτούν καινούργια «εκκλησία»: πραγμάτωση και φανέρωση καινούργιου τρόπου ύπαρξης και συνύπαρξης. Oχι πια την «πάνδημη» πραγμάτωση της πόλεως, το κοινόν άθλημα να σκοπεύει ο δήμος (η κοινωνία της χρείας) την κοινωνίαν του αληθούς (την αθανασία του τρόπου της συμπαντικής λογικότητας). H εκκλησία των Xριστιανών σκοπεύει στην υπαρκτική ελευθερία από κάθε προκαθορισμό και αναγκαιότητα, όπως αυτή φανερώθηκε στο ιστορικό πρόσωπο του Xριστού.

Tα «σημεία» των ενεργημάτων του Xριστού και η ψηλαφημένη από μάρτυρες ανάστασή του παραπέμπουν στην ελευθερία και όχι στην αναγκαιότητα ως Aιτιώδη Aρχή του υπαρκτικού γεγονότος. O Θεός είναι ελεύθερος και από τη θεότητά του, είναι ελευθερία αγάπης, «παραφορά ερωτικής αγαθότητος». H αγάπη του γίνεται κόσμος - κόσμημα, κάλλος και σοφία κλήσης μανικού εραστή προς το ερώμενο λογικό πλάσμα του, τον άνθρωπο. Eλεύθερος από τη θεότητά του γίνεται άνθρωπος και ελεύθερος από την ανθρωπότητά του νικάει «της φύσεως τους όρους»: ανίσταται εκ νεκρών. Eτσι συνεγείρει «παγγενή τον Αδάμ» στη δυνατότητα της υπαρκτικής ελευθερίας, χαρίζει στον «πηλόν» τον τρόπο της αθανασίας: την αυτοπαραίτηση και αυτοπροσφορά, την παντοδυναμία του αληθινού έρωτα, της νίκης καταπάνω στον θάνατο.

Λέμε «πάσχα» το πέρασμα στην δίχως όρια ελευθερία.

"Η Καθημερινή", 23/04/2011

9/2/11

Όλα θα κριθούν το 2011 - ΑΛΕΚΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πράγματι, στις κανονικές χώρες η κρίση είναι “η μητέρα της αλλαγής”. Αυτό όμως δεν ισχύει για τη χώρα μας. Δεν κατακτήθηκαν ακόμα οι πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις για τον μετασχηματισμό της σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Το 2011 θα είναι μια ιδιαιτέρως αποκαλυπτική χρονιά. Θα διαμορφωθούν νέες πραγματικότητες στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Πολιτικό πεδίο.

Το 2011 θα διαφανεί η αδυναμία του πολιτικού συστήματος, εκ κατασκευής λαϊκιστικού, φοβικού και εξουσιαστικού, να χαράξει γραμμές στρατηγικού βάθους για την ανόρθωση της οικονομίας. Τ’ αδιέξοδα και η συνειδητοποίηση ότι η οικονομία είναι “σε αργό θάνατο” θα καταδείξουν την χαμηλή πολιτική διαχείριση της χώρας απ’ όλο το πολιτικό σύστημα. Εκτιμώ ότι κάτω από το φοβικό σύνδρομο της απώλειας επιρροής και δύναμης στο εκλογικό σώμα, θ’ αρχίσει να ομιλεί και να καθοδηγεί και πάλι τη χώρα η εκπαιδευμένη πλέον φύση αυτού του λαϊκισμού. Ήδη έχουμε τα πρώτα σημάδια, όπως η συζήτηση για αναθεώρηση του μνημονίου, η χαλάρωση της δημοσιονομικής προσαρμογής κλπ. Φαίνεται ότι εξαντλούνται τα ψυχικά αποθέματα της πολιτικής ελίτ της χώρας και των πέριξ αυτής δυνάμεων επιρροής. Σε λίγο θ’ αδυνατούν πλήρως να υποστηρίξουν σταθερά και με συνέπεια το επιβληθέν από τον διεθνή οικονομικό έλεγχο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και να συγκροτήσουν ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης. Φοβάμαι δηλαδή ότι εκπνέουν οι ψυχικές αντοχές και ότι το ψυχολογικό φορτίο υποστήριξης ρεαλιστικών πολιτικών από τις ιθύνουσες δυνάμεις της χώρας έχει φτάσει στα όριά του. Να γνωρίζουν πάντως εκείνοι που καλλιεργούν αφελώς την ιδέα της δημοσιονομικής χαλάρωσης και προσαρμογής σε βάθος χρόνου ότι ακόμα κι αν το ανεχόταν η τρόικα, οι αγορές θα αντιδρούσαν βίαια.

Κοινωνικό πεδίο.
Η κοινωνία μας είναι έντονα μικροαστικοποιημένη στην συντριπτική της πλειοψηφία, κατακερματισμένη και με καταργημένες τις ιεραρχίες της, με σχολάζουσες έως και ανύπαρκτες τις πρωτοπόρες εκείνες μειοψηφίες που θ’ άνοιγαν τους καινούριους δρόμους και χωρίς κινητήριες εσωτερικές δυνάμεις. Είναι έτοιμη η κοινωνία μας σήμερα να παραδοθεί στον ανεξέλεγκτο μικροαστικό λαϊκισμό, που αντιδρά ως άθροισμα ατομικών συμπεριφορών και όχι ως συντεταγμένη κοινωνική δύναμη.

Στο λαό μέχρι σήμερα δεν καλλιεργήθηκε η εθνική αυτογνωσία. Δεν του έχουν μιλήσει ακόμη για τη δεινή θέση της χώρας και την προοπτική της. Επέλεξε, παραδείγματος χάριν, ο λαϊκισμός που καταδυναστεύει τη χώρα δεκαετίες να του αποκρύψει την φοβερή αλήθεια ότι τελούμε υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Αντίθετα, του μιλάνε και διαπληκτίζονται για ένα κάποιο “χαρτί”, το “μνημόνιο”, θέλοντας συνειδητά κάτω από το βάρος συνολικών ενοχών τους να ελαχιστοποιήσουν ή να ξορκίσουν ότι ο διεθνής οικονομικός έλεγχος έχει ήδη επιβληθεί από τον περασμένο Μάιο. Και το λαϊκίστικο πνεύμα δε σταματά μάλιστα εδώ. Παρουσιάζει τον διεθνή οικονομικό έλεγχο ως μια συνήθη απλή επιτήρηση ρουτίνας, η οποία μάλιστα θα αρθεί πολύ σύντομα.

Και αυτά τα λένε όλα τα κόμματα, ισχυριζόμενα μάλιστα ότι έχουν δήθεν έτοιμες λύσεις για να εξέλθουμε από την κρίση και να επανέλθουμε στην προτέρα κατάσταση. Δεν επιτρέπουν δηλαδή στο λαό να κατανοήσει το βάθος του προβλήματος, αφήνοντάς τον να πιστεύει απλώς ότι «κάτι κακό συμβαίνει, γι’ αυτό κάνε υπομονή, μπόρα είναι θα περάσει». Ένα ψεύδος που επίσης καλλιεργείται στο λαό είναι αν η χώρα μας θα χρεοκοπήσει ή όχι. Αρνείται ο παραπλανητικός λαϊκισμός ν’ αποδεχθεί ότι τέτοιο δίλημμα ουσιαστικά δεν υπάρχει, γιατί η χώρα ήδη τελεί “υπό χρεοστάσιο” από τον περασμένο Μάιο, όταν οι διεθνείς κεφαλαιαγορές αρνήθηκαν να μας χρηματοδοτήσουν με συνέπεια να επέμβει ένας πολυμερής διεθνής οικονομικός έλεγχος και να μας χορηγήσει ένα διακρατικό δάνειο προκειμένου να εξοφλήσουμε τους δανειστές μας. Το δίλημμα αντίθετα είναι αν θα καταρρεύσουμε πλήρως ή όχι, και αυτό εξαρτάται αποκλειστικά από τις εθνικών διαστάσεων αποφάσεις που θα λάβουμε.

Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την ουδετεροποίηση της κοινωνίας αλλά και την πλήρη αποδυνάμωση των ελάχιστων εκείνων δυνάμεων που έχουν συνειδητοποιήσει την κατάσταση. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς ότι η χώρα δεν διαθέτει ιθύνουσα τάξη ή μια πραγματικά αστική τάξη με κριτήριο κουλτούρας, η οποία θα διαμόρφωνε κατευθύνσεις για μια διατηρήσιμη έξοδο από την κρίση, τότε αντιλαμβάνεται κανείς την μεγάλη σημασία της εθνικής αυτογνωσίας.

Οικονομικό πεδίο.

Το 2011 προβλέπω ότι θα είναι μια εφιαλτική χρονιά. Θα καταπέσουν μύθοι και λεοντές. Οι επικοινωνιακές τεχνικές δεν θα φτάνουν πια να συγκαλύψουν δισταγμούς, φοβίες και αμηχανίες. Θα φανεί με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο ότι η χώρα βιώνει, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, τον θανατηφόρο συνδυασμό υψηλού κόστους δανεισμού και ύφεσης. Χαρακτηριστικά, οι τόκοι που θα πληρωθούν το 2011 σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία θα κινούνται γύρω στα 16 δις και μέχρι το 2015 θα αυξάνονται συνεχώς μέχρι του μυθώδους ύψους των 20 δις ευρώ, δηλαδή γύρω στα 9% του ΑΕΠ. Το βάρος αυτό είναι ασήκωτο για τη χώρα, γιατί οι τόκοι είναι καθαρό έλλειμμα πάνω στο οποίο πρέπει κανείς να προσθέσει και το υψηλό λειτουργικό έλλειμμα. Το λέω αυτό για όσους βαυκαλίζονται ότι έχουν είτε έτοιμες συνταγές είτε – άλλοι – έτοιμες πολιτικές να εξαφανίσουν σύντομα το έλλειμμα της χώρας. Για ν’ απομειωθεί το έλλειμμα, να μειωθούν οι τόκοι και να σταθεροποιηθεί το χρέος πρέπει η χώρα να εξασφαλίσει για πολλά χρόνια με σταθερό τρόπο υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Προϋπόθεση όμως για να διασφαλιστεί υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα είναι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης. Διερχόμαστε όμως μια δεινή υφεσιακή περίοδο, η οποία θα συνεχιστεί με την ίδια ένταση και το 2011, με ύφεση πάνω από -4%, αλλά δυστυχώς θα συνεχίσει και το 2012 και το 2013.

Συνεπώς, η αποκλιμάκωση του ελλείμματος της χώρας τα επόμενα χρόνια κάτω από τις σημερινές συνθήκες διαχείρισης της οικονομίας είναι ανέφικτη. Για να το πετύχουμε πρέπει να καλυφθούν μεγάλα κομμάτια πληρωμής τόκων. Και για να γίνει αυτό πρέπει να διασφαλίσουμε μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή πολύ περισσότερα έσοδα από τις δαπάνες. Επειδή όμως, λόγω ύφεσης, δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε έσοδα, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το ν’ απαλλαγεί η ελληνική οικονομία από μεγάλα τμήματα του δημόσιου τομέα και κρατικές δραστηριότητες που την επιβαρύνουν.

Σύμφωνα με μελέτες, το 30% περίπου του σημερινού κράτους είναι περιττό. Γι’ αυτό πέρα από τις καθολικές αποκρατικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων προτείνω όλως ενδεικτικά την άμεση κατάργηση τμημάτων πανεπιστημίων και ΤΕΙ, δημοτικών επιχειρήσεων, ατροφικών νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, άεργων διπλωματικών αντιπροσωπειών, στρατοπέδων, συγχώνευση μητροπόλεων, κατάργηση απολιθωμένων κρατικών υπηρεσιών, αποκεντρωμένων υπηρεσιών και γενικών γραμματειών διαφόρων υπουργείων. Περιορισμό του μεγάλου αριθμού στρατηγών, ναυάρχων, πτεράρχων και ταξιάρχων των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, περιορισμό του πολυάριθμου διδακτικού προσωπικού με αύξηση των ωρών διδασκαλίας, δραστική περικοπή κατά 70% τουλάχιστον των πολυάριθμων Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών υπουργείων και οργανισμών, δραστική μείωση του μεγάλου αριθμού των αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων και τέλος εξορθολογισμό ή κατάργηση και άλλων πολυάριθμων αφανών δημοσίων καταλυμάτων, τα οποία περιθάλπουν χρόνια τώρα τον κρατικό ανορθολογισμό.

Όλα θα κριθούν το 2011. Τότε θα φανεί αν θα επιβεβαιωθεί ο φόβος του μακροχρόνιου οικονομικού παγετώνα, που είναι το πιθανότερο ότι θα επικαθήσει επί της χώρας. Και εξηγούμαι: είναι σχετικά εύκολο για παράδειγμα να απομειώσεις το έλλειμμά σου από το 15,4% στο 10,4% το 2010, γιατί εκεί θα πάει απολογιστικά. Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Για να το πας από το 10,4% στο 7,4% την επόμενη χρονιά και πολύ περισσότερο όσο πηγαίνεις προς τον πυρήνα, τα πράγματα γίνονται πολύ δύσκολα αν όχι αδύνατα. Και αν η οικονομία σου είναι σε ύφεση, είναι ακόμα δυσκολότερα. Αν, ακόμη χειρότερα, οι μεταρρυθμίσεις που θα κάνεις είναι περιορισμένης και ήπιας μορφής, τότε είναι απολύτως βέβαιο ότι ούτε σε θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα οδηγηθείς, ούτε κι από την ύφεση θα εξέλθεις, ούτε ανάπτυξη θα οικοδομήσεις. Ακριβώς εκεί κρύβεται ο μεγάλος κίνδυνος να σχηματιστεί ο γνωστός παγετώνας της οικονομίας, που θα καθηλώσει τη χώρα στην οικονομική ακινησία και το λαό στη φτώχεια για πάρα πολλά χρόνια. Γι’ αυτό η θέση μου είναι, αν θέλουμε πραγματικά να θέσουμε τη χώρα μας σε αναπτυξιακή τροχιά, να προχωρήσουμε τώρα σ’ επώδυνες περικοπές τεράστιας έκτασης και βάθους στον δημόσιο τομέα, αλλά και σε εξορθολογισμό των δομών και του προσανατολισμού του, τομές που απαιτούν σκληρές συγκρούσεις με συντεχνιακά κατεστημένα και οργανωμένα συμφέροντα. Μόνο μέσα από την ήττα του παραπολιτικού αυτού κατεστημένου μπορούν να δημιουργηθούν νέες προϋποθέσεις οικονομικής ανάπτυξης. Μόνο έτσι θ’ απελευθερωθούν οι εσωτερικές δυνάμεις για ενδογενή ανάπτυξη σ’ όλους τους τομείς. Μόνο έτσι θα γίνουμε ξανά ελκυστικοί στις ξένες επενδύσεις.

Οι ανατροπές αυτές είναι κυριολεκτικά ζωτικής σημασίας και να μην τις επικαλούμαστε ευκαιριακά, απλά επειδή έγινε “της μόδας” αυτή την περίοδο να τα “βάζουμε” με το κράτος, χωρίς στην πραγματικότητα να τις πιστεύουμε. Μια στρατηγική βάθους πρέπει να την εγγυώνται ορισμένες αρχές που πρέπει να τηρούνται απαραιτήτως:

α) Η χώρα πρέπει ν’ αποκτήσει εθνικό προσανατολισμό. Αρκετά τυραννιέται χρόνια τώρα με τη διαμάχη των δυνάμεων της “καθ’ ημάς ανατολής”, με τις δυνάμεις εκείνες που πιστεύουν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και στη λειτουργία της ως σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Δυστυχώς, αυτά τα δύο ρεύματα δεν συναντήθηκαν ποτέ ούτε τ’ άφησαν ώστε να κάνουν έστω και μια μείξη ελληνικής ιδιοτυπίας.

β) Επειδή στόχος είναι η διάσωση της χώρας, δεν ισχύουν τα διάφορα “δεν”, τα όρια, οι “κόκκινες γραμμές” και κάθε είδους αυτοδεσμεύσεις, οι οποίες μάλιστα πολλάκις αναιρούνται από τον Διεθνή Έλεγχο, προσθέτοντας αναξιοπιστία. Η λήψη των πολιτικών αποφάσεων θα πρέπει να είναι χωρίς φραγμούς και ιδεοληπτικές αυτοδεσμεύσεις.

γ) Οι περιστάσεις απαιτούν “μεταρρυθμίσεις-σοκ”. Συθέμελες αλλαγές σε όλα τα πεδία της δημόσιας ζωής της χώρας.

Τονίζω με έμφαση ότι χώρα πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένο προορισμό και πλεύση. Πρέπει να ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε και κυρίως πως. Αυτό απαιτεί όμως ένα μεγάλο εθνικό consensus, μία μεγάλη εθνική συναίνεση. Η συναίνεση όμως μεταξύ των σημερινών κομμάτων της χώρας είναι ανέφικτη και άνευ αξίας. Ο λαϊκισμός δεν παράγει consensus, παρά μόνο εξουσιασμό και υποκρισίες. Απαιτείται μια “νέα συμφωνία της ελληνικής κοινωνίας”, κυρίως με τον εαυτό της, για το που θέλει να πάει η χώρα.

Θα ζήσουμε για πολλά χρόνια υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Δεν πρέπει η χώρα ν’ αφεθεί να σέρνεται και ο λαός να βαυκαλίζεται με αυταπάτες και ψεύδη που του καλλιεργούν καθημερινά οι κατεστημένοι της χώρας. Οι περιστάσεις απαιτούν έναν άλλο τύπο και κυρίως ένα άλλο πνεύμα διακυβέρνησης. Κατά καιρούς έχει γίνει συζήτηση για οικουμενικά σχήματα και κυβερνήσεις τεχνοκρατών. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν τέτοιες λύσεις εντός των σημερινών τειχών. Το πολιτικό σύστημα χρειάζεται το ίδιο έναν ισχυρό κλονισμό πριν επιχειρήσει αξιόπιστα να καθοδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

Προτείνω μέσα στο 2011 η Βουλή να εγκρίνει τη συγκρότηση μιας ανεξάρτητης επιτροπής κύρους, η οποία θα συντάξει ένα θαρραλέο και ριζοσπαστικό “πενταετές πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης”, στην ουσία δηλ. ένα σχέδιο αναγέννησης, που θα οδηγήσει τη χώρα συντεταγμένα, πειθαρχημένα και χρονοστοχευμένα στην έξοδο από την κρίση. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να κριθεί από το λαό με εκλογές – το ξαναλέω μ’ ΕΚΛΟΓΕΣ – . Τις εκλογές αυτές βέβαια δεν τις εννοώ και δεν τις προτείνω σε καμιά περίπτωση ως ένα από τα συνήθη πολιτικά παίγνια και καμώματα του συστήματος αλλά εκλογές με “ανοικτά τα βιβλία”, για να επιτευχθεί εθνική συμφωνία με βάση αυτό το πενταετές πρόγραμμα, που υπερβαίνει κόμματα και εκλογικές περιόδους. Θα ενσωματώνει τα μέτρα του μνημονίου και θα κινείται πέραν αυτού. Για ν’ αναλάβουν όλοι την ευθύνη τους για το μέλλον της χώρας, και πολύ περισσότερο ο λαός.

Μόνο με αυτή την προϋπόθεση μπορεί να επιτευχθεί εθνικό consensus. Μόνο έτσι μπορούν να ληφθούν αποφάσεις εθνικών διαστάσεων. Μόνο έτσι δεν θα κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας με ψευτοσυναινέσεις, ημίμετρα και αλυσιτελείς δήθεν μεταρρυθμίσεις. Μόνο έτσι μπορούν να διασφαλιστούν κοινωνικές συμμαχίες και ισχυρές πολιτικές νομιμοποιήσεις. Αυτή τη στιγμή πλέουμε χωρίς πυξίδα. Με καθοδηγούσα την κουλτούρα του λαϊκισμού και τον “επικοινωνισμό” να καταστρέφει κάθε θετική προσπάθεια. Το ριζοσπαστικό πνεύμα και περιεχόμενο αυτής της εθνικής συμφωνίας, που θα προκύπτει και θα επιβάλλεται από το πενταετές αυτό πρόγραμμα ανάπτυξης θα καθοδηγεί εφεξής τη χώρα και θα ελέγχονται οι εκάστοτε διαχειριστές του. Και όχι οι δημοκόποι και τα ιδεολογήματα του παρελθόντος. Αλλά θα ήθελα να συμπληρώσω τη σημερινή μου παρέμβαση και με ορισμένες συγκεκριμένες προτάσεις, όλως ενδεικτικές. Σε περιόδους μεγάλων αποδιαρθρώσεων, η φαντασία είναι επαναστατική δύναμη. Με παραδοσιακές φόρμες δεν αντιμετωπίζονται οι κρίσεις.

Προτείνω όλως ενδεικτικά:

1. Να προωθηθεί μέσω αναθεώρησης ειδική συνταγματική απαγόρευση παραγωγής δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Είναι επιτακτικό να διαπεράσει τη χώρα και τους θεσμούς ένα νέο πνεύμα, ώστε να μη ζήσουμε ξανά τις σημερινές οικονομικές συνθήκες και τον ευτελισμό της χώρας μας.
2. Να καθιερωθεί συνταγματικό προνόμιο στον Υπουργό Οικονομικών για δικαίωμα άσκησης αρνησικυρίας (βέτο) επί των δαπανών στο σύνολο τις διοίκησης του κράτους.
3. Να καταργηθούν οι φόροι υπέρ τρίτων – των βολεμένων κοινωνικών συντεχνιών.
4. Να ανατεθεί ο φορολογικός έλεγχος των εταιριών που τηρούν βιβλία γ’ κατηγορίας σε πιστοποιημένα ιδιωτικά ελεγκτικά όργανα, όπως ελεγκτικές εταιρίες τραπεζών, ασφαλιστικών εταιριών κλπ.
5. Να συσταθεί σύγχρονος, αυτόνομος Οργανισμός Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΟΕΔΕ). Για να παύσει η είσπραξη των εσόδων να είναι το πάρεργο των εφοριών.
6. Να δημιουργηθεί άμεσα αυτοτελές Σώμα Οικονομικών Επιθεωρητών, το οποίο θα διενεργεί ουσιαστικούς και όχι τυπικούς ελέγχους σκοπιμότητας των δαπανών στο σύνολο του κράτους.
7. Να καταργηθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο ως δικαστήριο και να μετατραπεί σε σύγχρονη ανεξάρτητη ελεγκτική αρχή, όπως σ’ άλλες χώρες.
8. Να καταργηθούν τα προνόμια του δημοσίου τομέα και να προσαρμοστούν τα δεδομένα της λειτουργίας του προς αυτά του ιδιωτικού τομέα. Δεν μπορεί άλλο να σηκώσει ο ιδιωτικός τομέας τα “κεκτημένα” του δημόσιου.

Πολλοί από εσάς, ακούγοντάς με, θα πείτε ότι όλα αυτά που προτείνω είναι μάταια, ότι δεν γίνονται. Θέλω να επαναλάβω τη ρήση του αείμνηστου Δημήτρη Τσάτσου, ότι «η μάταιη προσπάθεια δεν είναι μία άχρηστη προσπάθεια». Θα ήθελα αυτό το ριζοσπαστικό πνεύμα να κυριαρχήσει στη χώρα, για να ορίσουμε εμείς το μέλλον μας και όχι η απελπισία.

Αλέκος Παπαδόπουλος
24/11/2010
Πηγή: e-rooster.gr

22/10/10

Leonard Bernstein (25/08/1918 - 14/10/1990) / 20 χρόνια από τον θάνατό του

By Alexander Bernstein

It seems impossible that twenty years have passed since my father 
(Leonard Bernstein) died.  Or perhaps, I should write, I haven’t seen
 my father for twenty years!  Sometimes I feel as though he is on tour 
again and will be back at any time now…







My father traveled a great deal. When he was home, though, he was 
really home.   As a composer, he didn’t have an office to go to like 
the other dads. He would stay up very late working and then wake up 
very late. He would always be there when we came home from school, 
ready to play (or at least not minding if we played quietly in his
 studio while he worked). In the summertime we had him all day long for 
swimming, tennis, sailing, or just eating six ears of corn apiece.
 Sometimes he would play something for us as soon as he finished
 writing it and would ask our opinions. Undoubtedly, it was always 
“terrific” because he had such faith in his work and played with such
 joy and energy.



When he was conducting (which was most of the time), he would be home
 studying the scores or out at rehearsals.  Occasionally he would take 
us kids along to the rehearsals.  We would spend all day at the making 
of his televised “Young People’s Concerts,” running around Carnegie 
Hall or the Philharmonic Hall (now Avery Fisher Hall) as if we owned 
the place.  It was sort of like “Eloise at the Plaza.”



Evenings were often festive times with relatives and friends from the 
New York arts world. I remember much laughter, noise and a lot of word 
games.  My mother was a wonderful hostess, making everyone feel 
comfortable. She would always add her own sense of fun and silliness
 to the occasion.



Once in a while we got to travel with our father, and it was such a
 treat! Everything was first class with lots of attention.  We would
 see all the sights, meet all the mucky-mucks, and stay up late
 ordering room service. Heaven.



We learned the music as we sat (and ran around) during rehearsals. We 
never really knew that we were getting an education in “Classical”
 music, but my father was a great teacher. Whether it be music, poetry, 
philosophy, or politics, my father’s greatest passion was to share and 
to communicate.  My sister has said that his real ambition was to 
connect, in one way or another, with every person on the planet. For 
having lived only 72 years, he didn’t do a bad job of it.  My father loved
 people and made love with multitudes.  He never stopped learning. His 
appetite for knowledge and life was insatiable.  Not only did he read
 constantly, but he would stay up all night with a group of students 
talking about music, love, and religion. He would drink them under the
 table and still be ready to rehearse at 10 a.m.



I was a very bad music student. I rarely practiced piano and dreaded 
my lessons (given by a series of game, but ultimately frustrated 
teachers). I did listen to the music.  I listened to my father talk
 about art, humanity, social justice and education. Eventually, not 
long before his death, I was a teacher with a Master’s Degree.  My 
father was increasingly interested in education. We talked a lot about
 what exactly it was that made an engaged, life-long learner. The more 
and more we talked, it became clear that art and its processes could 
be the great connectors between disciplines.  Learning itself is a 
creative act. Only by truly making knowledge one’s own can one deeply
 understand it and connect it with other knowledge.



After his death, our family started The Leonard Bernstein Center for
 Learning. We developed The Artful Learning Model (tm), now being 
implemented in schools all over the country
. Teachers and students 
come to see themselves as creators as well as scholars.  Not at all
 to diminish his composing and conducting, but it is Leonard
 Bernstein’s legacy as an educator that I hope will have the most
 impact.


I guess he’s staying on tour after all – he is still communicating! 

Editor’s Note: On the 20th anniversary of Leonard Bernstein’s passing, his son writes a tribute to his father for dot429.

Πήγη: http://dot429.com/articles/2010/10/14/remembering-my-father-leonard-bernstein-82518-101490

25/7/10

Οι θανατεροί καρποί της μειονεξίας - Χρἠστου Γιανναρά

«Κλασική Ελλάδα: Εκεί γεννήθηκε ο δυτικός πολιτισμός». Αυτή η φράση διαφήμιζε, για κάποιες μέρες, τον δεύτερο τόμο μιας «Ελληνικής Ιστορίας». Αλλά το κυρίως διαφημιζόμενο ήταν ο ελλαδικός επαρχιωτισμός. Με τη συνεπόμενη (συμπλεγματική) διαστρέβλωση της Ιστορίας.
 
Για τη λογική του διαφημιστικού συνθήματος η κυρίως αξία και σπουδαιότητα της Κλασικής Ελλάδας είναι ότι «γέννησε» τον δυτικό πολιτισμό. Που σημαίνει: αυτό που μας γυαλίζει, στους επιγόνους, (χάντρες και καθρεφτάκια) το κάνουμε κριτήριο για την αποτίμηση του ιστορικού παρελθόντος, αλλά και για τη συγκριτική αξιολόγηση των πολιτισμών. Θα άξιζε τον κόπο να ξέραμε, τι γνώσεις έχει για την Κλασική Ελλάδα ο «ευρηματικός» διαφημιστής που σκαρφίστηκε το συγκεκριμένο σύνθημα. Τι βιβλία διάβασε, τι πληροφορίες έχει για τις απόπειρες πρόσληψης της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς από τη βαρβαρική τότε Δύση, στον σκοτεινό της Μεσαίωνα. Να μας εξηγούσε ο διαφημιστής, τι θεωρεί πανανθρώπινα σημαντικό από τη δυτική κατανόηση και αξιοποίηση της Κλασικής Ελλάδας.

Το πιθανότερο που μπορεί να συνέβη: Ο ευρηματικός διαφημιστής να είναι εν πολλοίς και με καύχηση ανιστόρητος. Να διέβλεψε όμως οξυδερκέστατα ότι η μεγάλη μάζα του ελλαδικού πληθυσμού σήμερα αποκλείεται να ενδιαφερθεί (δεν δίνει δεκάρα) για το τι κατορθώθηκε στην Κλασική Ελλάδα. Και μοναδική δυνατότητα να προκληθεί περιέργεια και να αγοραστεί ο τόμος, θα ήταν να συνδέσει η διαφήμιση κάπως, στο υποσυνείδητο του αποχαυνωμένου ελλαδίτη καταναλωτή, τους «προγόνους» του με την πρώτη ιδέα για μια πόρσε-καγιέν ή για ένα άι-παντ.

Βέβαια, το παραμύθι ότι «εμείς δώσαμε τα φώτα στους Ευρωπαίους», δεν είναι τωρινό. Το πιστεύουν ακράδαντα, εκατόν ογδόντα χρόνια τώρα, οι ενιακόσιοι ενενήντα εννέα στους χίλιους Ελλαδίτες - από τότε που η θεωρία του Κοραή για τη «μετακένωση» έγινε επίσημη και κυρίαρχη κρατική ιδεολογία στο απελευθερωμένο κομμάτι του Ελληνισμού. Ο Κοραϊσμός παγίωσε στους άλλοτε Ελληνες την ανήκεστη μειονεξία του βαλκάνιου Ελλαδίτη επαρχιώτη: Κέντρο της Ιστορίας και του πολιτισμού είναι η Δύση, πρωτεύουσες των «φώτων» το Παρίσι, η Λόντρα, το Βερολίνο, η Βιέννη, η Χαϊδελβέργη, το Μόναχο, σήμερα και κάποια μεγάλα πανεπιστημιακά και τεχνολογικά κέντρα στις ΗΠΑ.

Μέσα σε αυτόν τον εκθαμβωτικό κόσμο «των πεφωτισμένων και λελαμπρυσμένων της Εσπερίας εθνών» η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μια καθυστερημένη επαρχία, «ψωροκώσταινα» στον αυτεξευτελισμό της μειονεξίας της. Δικό της δεν έχει τίποτα που να αξίζει, το μόνο που έχει αξία είναι ό,τι παράγεται στη Δύση - γενιές ολόκληρες Ελλαδιτών έμαθαν να εκτιμούν μόνο ό,τι ήταν «εφάμιλλον των ευρωπαϊκών». Ακόμα και τη γλώσσα των άλλοτε Ελλήνων πάψαμε να τη διδάσκουμε στα σχολειά, και στο ερώτημα: γιατί ο Παρθενώνας είναι σπουδαιότερο έργο Τέχνης από τον Πύργο του Αϊφελ, ούτε ένας στους χίλιους Ελλαδίτες δεν έχει απάντηση. Γιατί να μας ενδιαφέρει η Κλασική Ελλάδα; Ο,τι είχε να προσφέρει, το αξιοποίησε η Δύση, στη Δύση πρέπει να προλάβουμε να μοιάσουμε «να κόψουμε δρόμο» για να μετάσχουμε στα ηδονικά αγαθά της.

Εκατόν ογδόντα χρόνια παλεύουμε να γίνουμε «Ευρωπαίοι» και τελικά ούτε Ευρωπαίοι είμαστε ούτε πια Ελληνες, αλλά ένα μπάσταρδο είδος τεταρτοκοσμικής υπανάπτυξης. Θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί αλλιώς τα πράγματα; Ναι, αν είχε έγκαιρα πολεμηθεί η μειονεξία. Οχι με ρητορικές υπεραναπληρώσεις και εθνικιστικά φούμαρα, αλλά με τις αυτονόητες πρακτικές που πρόλαβε να εφαρμόσει (όσο πρόλαβε) ο εκτός ελλαδικού κράτους Ελληνισμός: ο αιγυπτιώτης, ο μικρασιατικός, ο κωνσταντινουπολίτικος, της Οδησσού, της Τραπεζούντας. Ελληνες στη γλώσσα, στην εκπληκτική τους παιδεία και στην ιστορική τους συνείδηση, με ταυτόχρονη οργανική πρόσληψη του επικαιρικού πολιτισμού της Δύσης και κοσμοπολίτικη άνεση. Φορούσαν το φράκο ή τη μακριά τουαλέτα στον εξωελλαδικό Ελληνισμό και ήταν άρχοντες, τα φορούσαν οι Ελλαδίτες και ήταν καραγκιόζηδες. Τη διαφορά την κάνει η ταυτότητα: Οταν είσαι κάποιος, πατάς στέρεα σε ιστορική συνείδηση και έμπρακτη μετοχή σε παράδοση πολιτισμού, προσλαμβάνεις ό,τι θέλεις και το κάνεις υπηρετικό των αναγκών σου. Δεν υποτάσσεις τις ανάγκες σου στο πρόσλημμα για να φανείς τάχα πρωτευουσιάνος και εσύ, ο κωμικός μίμος του φανταχτερού που σε θαμπώνει.

Σήμερα πια δεν έχει κανένα νόημα να εξηγήσεις στον επινοητικό διαφημιστή ότι η μεταρωμαϊκή Δύση, που κυριαρχεί πολιτιστικά (και όχι μόνο) σε ολόκληρο τον πλανήτη, γεννήθηκε στους σκοτεινούς μεσαιωνικούς δρυμούς και όχι στην Κλασική Ελλάδα. Στα μέσα του 12ου αιώνα άρχισε να πρωτοσυλλαβίζει σε λατινική μετάφραση (από τα αραβικά) τον Αριστοτέλη αναποδογυρίζοντας τους όρους κατανόησής του. Την ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν» τη διέστρεψαν σε πρωτογονισμό ατομοκεντρικής νοησιαρχίας. Το «μεγαλόψυχον» της ελευθερίας το υπέταξαν στην απόλυτη προτεραιότητα του «χρησίμου» που οι Ελληνες το λογάριαζαν βαρβαρότητα. Την πολιτική, από «κοινόν άθλημα» να αληθεύει ο βίος, την αλλοτρίωσαν σε μηχανισμούς θωράκισης ατομοκεντρικών «δικαιωμάτων». Τη μεταφυσική αναζήτηση «νοήματος» της ύπαρξης και της βιοτής τη διαστρέβλωσαν σε επίσης ατομοκεντρική θρησκεία νομικίστικου ηθικισμού και ψυχολογικής αστυνόμευσης.

Να αναλύσει κανείς τέτοιες καισαρικές διαφορές Ελλάδας και Δύσης στον σημερινό Ελλαδίτη, είναι σαν να του μιλάει κινέζικα. Η επίγνωση της διαφοράς, της ενεργητικής ετερότητας, έχει χαθεί, που σημαίνει ότι ο Ελληνισμός ιστορικά έχει τελειώσει. Νομίζουμε ότι περνάμε κρίση οικονομική, δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να δούμε ότι ξεπεράσαμε το κρίσιμο όριο αλλοτρίωσής μας. Η ιστορική εξαφάνιση δεν τεκμηριώνεται μόνο με μετονομασίες. Ονομάζουμε ακόμα «Αττική» ή «βόρεια ακτή της Κρήτης» περιοχές ελληνικής γης που τις καταστρέψαμε ολοκληρωτικά και ανεπανόρθωτα - δεν υπάρχουν πια. Τη γλώσσα που κουτσομιλάει ο πρωθυπουργός μας τη λέμε ακόμα «ελληνικά». Το στυγνό πολίτευμά μας, της κομματοκρατίας, το ονομάζουμε ακόμα «δημοκρατία». Τους εγκληματίες αυτουργούς του σκοταδισμού τους λέμε ακόμα «υπουργούς Παιδείας» - και πάει λέγοντας.

Λογικά, θα μπορούσε να αντιπαλέψει το συντελεσμένο ιστορικό μας τέλος ένας ιδιοφυής κοινωνικός αναμορφωτής (όχι ένα κοίτασμα πετρελαίου ή μια φλέβα χρυσού). Αλλά κοινωνικοί αναμορφωτές δεν εμφανίζονται κατά παραγγελίαν. Να συνεχίσουμε να βλέπουμε σε κάθε σπιθαμιαία μετριότητα της επαγγελματικής πολιτικής έναν πιθανό μεσσία και σωτήρα, είναι πια «τέλη επαίσχυντα».

(Γκροτέσκα εικονογράφηση του ιστορικού μας ψυχορραγήματος: η απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης να στηρίξει εκλογικά, για δεύτερη τετραετία, τον πιο αδιάντροπα αποτυχημένο δήμαρχο που γνώρισε ποτέ η Αθήνα μετά την κυρία Ντόρα Μητσοτάκη. Τέσσερα χρόνια ανύπαρκτος ως δήμαρχος, έχει ο οιηματίας τα προσόντα και για υπουργός Εξωτερικών στο Ελλαδιστάν, γιατί όχι;).

8/7/10

7,3% των συνταξιούχων, 50% των συντάξεων! - ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΜΑΝΟΥ

Βουλευτής με ρώτησε τι θα έκανα στη θέση του για το ασφαλιστικό και το εργασιακό. Για το εργασιακό έχω ήδη απαντήσει αναλυτικά με άρθρο μου στην «Καθημερινή» στις 24/6/2010. Υποστηρίζω ανεπιφύλακτα όσα προβλέπει το Π.Δ. που έδωσε στη δημοσιότητα ο κ. Λοβέρδος (αν δεν το αλλάξει) διότι με την εφαρμογή τους οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διευκολύνονται να προσλαμβάνουν νέους εργαζόμενους. Διότι κανείς δεν προσλαμβάνει αν φοβάται ότι στην ανάγκη δεν θα μπορεί να απολύσει.

Σε ό,τι όμως αφορά το ασφαλιστικό τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα. Οπως σωστά επεσήμανε η κ. Ξαφά στο άρθρο της στην «Καθημερινή» στις 4/7/2010 το νομοσχέδιο έχει πολλά θετικά στοιχεία επειδή περιλαμβάνει διατάξεις που θα συμβάλουν στη βιωσιμότητα του συστήματος, όπως προβλέπει το Μνημόνιο ΔΝΤ - Ε.Ε. Τέτοιες διατάξεις είναι η αύξηση του ορίου ηλικίας και ο περιορισμός ειδικών ρυθμίσεων που μειώνουν σημαντικά τη μέση ηλικία συνταξιοδότησης (μητέρες ανηλίκων, «βαρέα και ανθυγιεινά», συντάξεις αναπηρίας κ.λπ.). Θετική είναι η δημιουργία ενιαίου κέντρου ελέγχου και πληρωμής των συντάξεων και ενιαίου φορέα διαχείρισης των αποθεματικών, που μπορούν να περιορίσουν σημαντικά το διοικητικό κόστος. Τέλος, αποφασιστική είναι η ρύθμιση που προβλέπει ότι για τη σύνταξη λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα ολόκληρου του εργασιακού βίου.

Αλλά ώς εδώ! Ολα τα παραπάνω που είναι προς τη σωστή κατεύθυνση από πουθενά δεν προκύπτει ότι είναι αρκετά για να εξασφαλιστεί η μακροχρόνια εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος. Γιατί; Διότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία.

Αλλωστε, ανακατωμένες μέσα στις θετικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, είναι και πολλές άλλες -περίπλοκα και ασαφώς διατυπωμένες- που μυρίζουν «φωτογραφίες» και «νομικές νάρκες» που για πολλά χρόνια θα δίνουν δουλειά σε αναρίθμητους δικηγόρους. Από λάθος έχουν περιληφθεί ή από κουτοπονηριά;

Ο κ. Λοβέρδος συνόδεψε την κατάθεση του νομοσχεδίου με μια επικαιροποιημένη (Μάιος-Ιούνιος 2010) έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ ή ILO) αναφορικά με τη χρηματοοικονομική εξέλιξη του Ελληνικού Συνταξιοδοτικού Συστήματος. Ο υπουργός θεώρησε τα συμπεράσματα της έκθεσης θετικά.

Στην αρχή της έκθεσης της ILO διατυπώνεται μια σημαντική επιφύλαξη που λόγω της σοβαρότητας του θέματος αντιγράφω:

«Επιφύλαξη: καθώς ήταν αδύνατον να παρασχεθούν αναλυτικές προβολές για το κάθε συνταξιοδοτικό σχήμα της Ελλάδος ξεχωριστά εντός του διαθέσιμου χρόνου, τα συνολικά αποτελέσματα του συστήματος βασίζονται σε εκτιμήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα τέσσερα σημαντικότερα σχήματα: το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ). Τον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) και το συνταξιοδοτικό σχήμα των Δημοσίων Υπαλλήλων.

Αθροιστικά τα ανωτέρω ταμεία ασφαλίζουν το 92,9% του συνόλου των ενεργών ασφαλισμένων, καθώς και το 92,7% του συνόλου των συνταξιούχων της Ελλάδος. Ως εκ τούτου, τα συνολικά αποτελέσματα που παρέχονται στην παρούσα Αναλογιστική Εκθεση είναι προκαταρκτικά και εντός των επόμενων μηνών θα πρέπει να βελτιωθούν.»

Από τα 180 ή και περισσότερα συνταξιοδοτικά σχήματα ή ILO μπόρεσε να επεξεργαστεί μόνο 4! Για τα υπόλοιπα δεν υπάρχουν στοιχεία σήμερα, όπως δεν υπήρχαν και το 2008 όταν ο κ. Αλογοσκούφης κάλεσε την ILO να εξετάσει το ασφαλιστικό. Πέρασαν δύο χρόνια και ακόμη δεν υπάρχουν στοιχεία και δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται κάποιος να τα βρει. Γιατί; Διότι στα υπόλοιπα συνταξιοδοτικά σχήματα κρύβεται όλη η βρώμα του ασφαλιστικού συστήματος. Θα σκεφτείτε τι σημασία μπορεί να έχουν τα υπόλοιπα ασφαλιστικά σχήματα όταν τα 4 καλύπτουν το 92,7% των συνταξιούχων. Η σημασία είναι ότι αυτό το μικρό 7,3% των υπόλοιπων συνταξιούχων λαμβάνει το 50% συν του συνόλου των συντάξεων. Η ηθελημένη άγνοια της πραγματικότητας βολεύει αυτή τη μικρή ομάδα των συνταξιούχων και τους πολιτικούς της πάτρωνες. Το νομοσχέδιο του κ. Λοβέρδου δεν αγγίζει αυτούς τους συνταξιούχους. Διατηρεί τα προκλητικά αντικοινωνικά χρηματοδοτικά σχήματα αναλλοίωτα, όπως για παράδειγμα τις ιλιγγιώδεις συνεισφορές του προϋπολογισμού στο ταμείο της ΔΕΗ ή τις επίσης ιλιγγιώδεις επιβαρύνσεις που υφίστανται οι συναλλασσόμενοι με το αγγελιόσημο και τα χαράτσια υπέρ των ταμείων διαφόρων προνομιούχων ομάδων. Οποιος κατανοήσει τη σημασία όσων περιγράφω θα κατανοήσει επίσης την απύθμενη υποκρισία του ΠΑΣΟΚ και των άλλων κομμάτων απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα. Ολες τους οι προσπάθειες καταλήγουν στην προστασία του 7,3% των συνταξιούχων που λαμβάνουν το 50% συν των συντάξεων.

Τι θα ψήφιζα, λοιπόν, για το ασφαλιστικό αν ήμουν στη Βουλή; Με όσα έγραψα παραπάνω θα έπρεπε ανεπιφύλακτα να το καταψηφίσω, αλλά τότε θα εμφανιζόμουνα -κατά το αποτέλεσμα- συνοδοιπόρος του καταστρεπτικού μηδενισμού της Ν.Δ. και των αριστερών κομμάτων. Για τον λόγο αυτό, με βαριά καρδιά, θα ψήφιζα ναι -υπάρχουν άλλωστε και θετικές διατάξεις- και θα ήλπιζα ότι ο κ. Παπανδρέου θα δεσμευόταν να εξετάσει σε βάθος στους επόμενους μήνες τις βρωμιές στις οποίες αναφέρθηκα. Το ναι στο ασφαλιστικό έχει νόημα μόνο αν ο κ. Παπανδρέου κατανοήσει ότι το ασφαλιστικό νομοσχέδιο του κ. Λοβέρδου δεν είναι παρά το πρώτο μικρό βήμα σε μια πορεία αποκατάστασης της υγείας της κοινωνικής ασφάλισης.

* Ο Στέφανος Μάνος είναι πρόεδρος της ΔΡΑΣΗΣ.

"Η Καθημερινή", 07/07/2010

28/6/10

Να βρεθούν εξωκοινοβουλευτικοί άριστοι - ΘΑΝΟΥ ΒΕΡΕΜΗ

Ο συντονισμός των αδυναμιών μας, χρέος, έλλειμμα και έλλειψη ανταγωνιστικότητας, μας καθιστούν το πιο ευάλωτο μέλος της Ευρωζώνης. Το να συζητάμε πλέον για άλλες συνθέσεις μέτρων πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο της τρόικας είναι μάλλον ματαιοπονία. Η επιλογή μας είναι ή να τερματίσουμε τώρα αυτή τη συμφωνία και να πτωχεύσουμε, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον μέσο πολίτη της χώρας, ή να το παλέψουμε με την ελπίδα ότι τέλη Αυγούστου θα λάβουμε παράταση ζωής.

Η κρίση μας δεν είναι μόνο ζήτημα δημοσιονομικού, αλλά ευρύτερου ελλείμματος, στην εφαρμογή των νόμων, στην ποιότητα των εκπροσώπων μας και βέβαια στην αρετή μας.

Για τη σημερινή κρίση υπάρχει μια διαχρονική και μια συγχρονική ερμηνευτική προσέγγιση.
Η «διαχρονική» ή συστημική προσέγγιση αφορά τα δομικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας που την κατατρύχουν πριν από τη γένεση του ελληνικού κράτους. Η «κατακερματισμένη» κοινότητα είναι το αποτέλεσμα καθέτων τομών επί των κοινωνικών στρωμάτων, ώστε να προκύπτουν πολλά παράλληλα και αντιμέτωπα τμήματα με εκπροσώπηση πολλών βαθμίδων της κοινωνικής κλίμακας στο καθένα. Από την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου έως σήμερα, η κατακερματισμένη κοινότητα υιοθέτησε το ένδυμα των δυτικών θεσμών – του κράτους δικαίου, του κοινοβουλευτισμού και της συνταγματικής νομιμότητας, κρύβοντας με επιμέλεια από μέσα την κατακερματισμένη, πελατειακή φουστανέλα. Οσο ο έξωθεν ελληνισμός διέθετε ισχυρά ερείσματα επικοινωνίας με τη μητέρα χώρα, το δυτικότροπο κράτος με τους θεσμούς του απολάμβανε την αποκλειστική νομιμότητα και η κρατική ιθύνουσα τάξη διατηρούσε τον εκσυγχρονιστικό της χαρακτήρα.

Η «συγχρονική» με τη σημερινή κρίση ερμηνεία εστιάζεται στην έκρηξη του πολιτικού λαϊκισμού κατά τη δεκαετία του 1980. Εισαγωγέας της αμερικανικής κατά βάση ιδεολογίας αυτής υπήρξε ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, αλλά στις μεθόδους του μαθήτευσε αργότερα και η Νέα Δημοκρατία του 2004 - 2009. Σύμφωνα με τη λαϊκίστικη αντίληψη διακυβέρνησης, κάθε λαός αναλώνει χωρίς περίσκεψη τους πόρους που διαθέτει ή δημιουργεί η κυβέρνηση του νέους, διά του δανεισμού. Η διανεμητική αυτή αντίληψη της εξουσίας αποβλέπει στην άμεση ικανοποίηση κομματικών φίλων, αλλά και την άγρευση νέων οπαδών ώστε να εξασφαλίζεται η διαρκής εκλογή. Πρόκειται για μέθοδο εξαγοράς των ψηφοφόρων σε κλίμακα που ξεπερνάει κατά πολύ τις παραδοσιακές πελατειακές σχέσεις.

Η ελληνική καινοτομία ως «προστιθέμενη αξία» στον επείσακτο λαϊκισμό ήταν η παροχή ασυλίας και νομιμοποίησης στην κατακερματισμένη κοινωνία. Ο αμερικανικός λαϊκισμός χαρακτηρίζεται μεν από την εμπιστοσύνη του συστήματος στον μικρό άνθρωπο, ο οποίος, όμως, δεν είναι απαλλαγμένος από υποχρεώσεις προς το κοινωνικό σύνολο. Στην ελληνική εκδοχή του λαϊκισμού, οι πελατειακές σχέσεις παύουν να αποτελούν παράβαση κανόνων. Η παραβατικότητα δικαιώνεται σαν λαϊκή διεκδίκηση και ο «λαός» γίνεται ο αυθεντικός ερμηνευτής της νομιμότητας. Λιμάνια και ξενοδοχεία καταλαμβάνονται από αυτοδικούντες συνδικαλιστές χωρίς το κράτος να προστατέψει την κοινωνία από τις αυθαιρεσίες των ολίγων αλλά και χωρίς η όποια κοινωνία των πολιτών να υψώσει το ανάστημά της.

Η λαϊκιστική εξάλλου επαγγελία να γίνει το κράτος τροφός του λιγότερο αποδοτικού τμήματος της κοινωνίας μεταλλάχτηκε σταδιακά σε απαράγραπτο λαϊκό δικαίωμα. Με τον τρόπο αυτό ο αριστερός λαϊκισμός φιλοδοξούσε να επανασυγκολλήσει την κατακερματισμένη κοινότητα και να τη μεταμορφώσει από πληθώρα ανταγωνιστικών ομάδων σε μια ενιαία κρατικοδίαιτη κοινωνία.
Αναξιοκρατική επιλογή δημοσίων υπαλλήλων διά του κομματικού διορισμού, μελών του υπουργικού συμβουλίου με κύριο κριτήριο την εμπιστοσύνη του αρχηγού και την υποταγή στα κελεύσματά του, αναθέσεις στους κρατικούς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, με στόχο την ευκαιρία χρηματισμού των υπευθύνων και οι χαριστικές παροχές στους κομματικούς συνδικαλιστές υπήρξαν μερικές από τις πηγές την κακοδαιμονίας του δημόσιου τομέα. Τα στρεβλά κριτήρια που επηρεάζουν τον καθημερινό βίο προκάλεσαν και τον ηθικό μιθριδατισμό σε όλους μας.

Η διεθνής κρίση έβαλε τέλος στην αμέριμνη μεγέθυνση του ελλείμματος και των χρεών μας και μας έθεσε ενώπιον της πραγματικότητας. Η αφύπνιση έπειτα από τρεις δεκαετίες κραιπάλης είναι βέβαια οδυνηρή. Μπορεί να αποδειχθεί όμως σωτήρια αν ο κ. Παπανδρέου τολμήσει να αναζητήσει εξωκοινοβουλευτικούς αρίστους για να στελεχώσουν το υπουργικό του συμβούλιο, όσο υπάρχει ακόμα καιρός.

* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι πρόεδρος του ΕΣΥΠ.

"Η Καθημερινή", 27/06/2010

13/6/10

Στρατηγική λογική κατέναντι αφασίας - ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες, μεταφρασμένο στα ελληνικά, το βιβλίο του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου, ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΒΑΘΟΣ - Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ (εκδόσεις «Ποιότητα», μτφρ. Νικ. Ραπτόπουλου, σελίδες 845). Θα ήθελα να το συστήσω σε όποιον ενδιαφέρεται σοβαρά (όχι συναισθηματικά-επιδερμικά) για το ενδεχόμενο να επιβιώσει ιστορικά το ελλαδικό κράτος στις σημερινές διεθνείς συνθήκες. Οχι βέβαια για να πάρει άμεση απάντηση. Αλλά για να αντιληφθεί ποιο επίπεδο κατάρτισης και ευφυΐας, ποιο ειδικό χάρισμα στρατηγικής σκέψης απαιτεί η σοβαρή αναμέτρηση με ένα τέτοιο ερώτημα.

Δεν διανοούμαι να «παρουσιάσω» στους αναγνώστες της επιφυλλίδας αυτό το βιβλίο. Ο,τι και αν παραθέσω θα είναι κατώτερο του επιπέδου και της γοητείας του. Κάθε χαρακτηρισμός που θα εκφέρω δεν επαρκεί για να συνιστά κρίση, τον καταθέτω μόνο ως πρόκληση-πρόταση να διαβαστεί το βιβλίο. Αν ήταν δυνατό, να διαβαστεί από κάθε Ελληνα. Είναι σαφώς το βιβλίο ενός αντιπάλου: ο Αχμέτ Νταβούτογλου διεκδικεί για την πατρίδα του μεγάλο κομμάτι της δικής μας πατρίδας, του Αιγαίου, την Κύπρο. Αλλά εγώ, τουλάχιστον, δεν έχω διαβάσει ποτέ σε ελληνικό βιβλίο συναρπαστικότερη και αποκαλυπτικότερη ανάλυση της γεωστρατηγικής σπουδαιότητας του Αιγαίου και της Κύπρου. Ο Ντ. ξέρει καλά τι διεκδικεί. Εγώ ο Ελληνας υπερασπίζω συναισθηματική θολούρα. Παιδιαρίζω.

Μόνο με ένα ελληνικό μελέτημα θα μπορούσα, προσωπικά, να συγκρίνω το βιβλίο του Ντ.: Με το «επίμετρο», στο βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη, ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1997), που έχει τίτλο «Γεωπολιτικές και στρατιωτικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου».
Αλλά η ιδιοφυΐα του Κονδύλη και οι προβληματισμοί του οριοθετούνται καταφανώς από τον μηδενισμό του: Τον ενδιαφέρει η στρατηγική λογική (λογική του μπριτζ ή του σκακιού) για την άμυνα της αξιοπρέπειας και της εθνικής κυριαρχίας του ελλαδικού κρατιδίου – δεν έχει άλλο όραμα, δεν πιστεύει σε κάτι περισσότερο, σε πρόταση πανανθρώπινης εμβέλειας που να κομίζει στην Ιστορία ο Ελληνισμός.



Ο Ντ. αντλεί τη στρατηγική του ανάλυση από το όραμά του για την Τουρκία. Και το όραμα είναι, να διασώσει η χώρα του τον «πολιτισμικό της άξονα», τη διαφορά της από τη Δύση – τη διαφορά όχι ως αντίθεση, αλλά ως ιδιαιτερότητα, ως «ιδιαίτερη θέση στο διεθνές σύστημα». Είναι σαφέστατη (σχεδόν επιθετική) η περηφάνια του γι’ αυτήν την ιδιαιτερότητα, δεν φιλοδοξεί ούτε την αντιπαλότητα ούτε τη μίμηση, δεν είναι ο μειονεκτικός απέναντι στη Δύση Ανατολίτης, ο ξιπασμένος από τα «φώτα» της μεταπράτης. Εχει ραχοκοκαλιά, διεκδικεί να επιβάλει, από θέσεως ισχύος, την τουρκική ιδιαιτερότητα στη σημερινή διεθνή συνύπαρξη.

Γι’ αυτό και αρνείται να παγιδευτεί στην άμυνα, στη «διαφύλαξη συνόρων». Λέει: «Οι φιλόδοξες χώρες ορίζουν το τι θεωρούν για τις ίδιες απειλή βασιζόμενες στις στρατηγικές τους επιδιώξεις, όχι στους φόβους τους. Αντίθετα, οι παθητικές, χωρίς φιλοδοξίες χώρες διαμορφώνουν στρατηγικές υποταγμένες στις απειλές που υφίστανται» (ακόμα και από τεχνητά, ασήμαντα γειτονικά τους κρατίδια, θα πρόσθετα). «Δεν υπάρχει πιο θλιβερή κατάσταση για μια χώρα από το να προβάλλει τις εσωτερικές της αδυναμίες σαν βασικές αρχές που καθορίζουν τη στρατηγική της», συμπληρώνει ο Ντ. Παραβλέπει ότι υπάρχει και θλιβερότερη κατάσταση: Χώρες που απλώς υποτάσσουν πειθήνια τη στρατηγική τους στα θελήματα-βίτσια του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ ή σε παραγγελίες προμήθειας εξοπλισμών από Ευρωπαίους «προστάτες» τους. Και το κάνουν μόνο για να εξαγοράσουν εύνοια (με χειροπιαστά ανταλλάγματα) κάποιοι σπιθαμιαίοι επαγγελματίες της εξουσίας.

«Το βασικότερο έρεισμα στρατηγικής ισχύος μιας χώρας είναι ο ανθρώπινος παράγων», διδάσκει ο Ντ. «Είναι αδύνατο να αλλάξει κανείς τη γεωγραφική θέση και την ιστορική παράδοση, σταθερά δεδομένα της στρατηγικής. Ομως, ο παράγων της ανθρώπινης καλλιέργειας μπορεί να δημιουργήσει κανούργια δεδομένα στρατηγικής λογικής, νέες οπτικές για την αξιολόγηση της γεωγραφίας και της ιστορίας». Αν συνειδητοποιούσαμε οι Ελληνες τη βαρύτητα αυτής της απόφανσης του Ντ. θα είχαμε παραπέμψει σε ειδικό δικαστήριο πρωθυπουργούς όχι για την εγκληματική οικονομική τους πολιτική, αλλά για την πολιτική τους στο υπουργείο Παιδείας.

Η θεμελιωδέστερη προϋπόθεση για τον σχεδιασμό αποτελεσματικής στρατηγικής είναι, κατά τον Ντ., «η λογική που στηρίζεται σε υπαρξιακά αιτήματα: Στα στοιχεία που υφαίνουν τη σημερινή συλλογική μας προσωπικότητα, στους παράγοντες κοινωνικής συνοχής, στην πολιτική κουλτούρα, (τελικά) στην εθνική συνείδηση... Κοινωνίες με ριζικά αποδυναμωμένη και φθαρμένη εθνική συνείδηση δεν έχουν πεδίο στρατηγικής λογικής, θέτουν σε κίνδυνο την ιστορική τους ύπαρξη, περιθωριοποιούνται στη διεθνή σκακιέρα».

Πρέπει να ξέρει, φαντάζομαι, ο σημερινός Τούρκος υπ. Εξ. ότι, με μια τέτοια εκφραστική σαν τη δική του, το σύνολο του πολιτικού κόσμου στην Ελλάδα (οι εξαιρέσεις ελάχιστες και μη σοβαρές) καγχάζει ειρωνικά. Τρέμοντας μήπως και χαρακτηριστούν «μη-προοδευτικοί» από μια κυρίαρχη στη δημοσιότητα (με δυσεξήγητες μεθοδεύσεις) διανόηση, χλευάζουν κάθε αναφορά σε κοινωνική συνοχή, ιστορική συνέχεια, ιδιαιτερότητα πολιτισμού. Διαστρέφουν την Ιστορία στα σχολικά εγχειρίδια, αφελληνίζουν τη γλώσσα, εξηλιθιώνουν τις μάζες με τον τζόγο και το ποδόσφαιρο. Ισως να μην είναι συνειδητοί αρνησιπάτριδες, αλλά μόνο χαμηλότατου νοητικού βεληνεκούς. Γι’ αυτό και ψευτοθρηνούν επί χρόνια για το πόσο μειονεκτική είναι η Ελλάδα σε σχέση με τα γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα της Τουρκίας.

Ο Αχμέτ Νταβούτογλου λέει: «Το Αιγαίο αποτελεί τον σημαντικότερο θαλάσσιο κόμβο της ευρασιατικής ηπείρου στην κατεύθυνση Βορρά - Νότου... Αυτή η θάλασσα - πέρασμα κατέχει μια προσδιοριστική θέση μοναδική στη γεωπολιτική, γεωστρατηγική, γεωοικονομική, γεωπολιτισμική (διεθνή) αλληλεπίδραση... Εχει μια πρώτης τάξεως στρατηγική σημασία όχι μόνο για την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά και για τις παράκτιες χώρες του Εύξεινου Πόντου και για όλες τις παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις που έχουν ανάγκη ενός μεταφορικού και εμπορικού κόμβου... Η Κύπρος, που κατέχει παγκοσμίως κεντρική (γεωστρατηγική) θέση, βρίσκεται, μαζί με την Κρήτη, πάνω σε άξονα όπου τέμνονται (τεράστιας γεωοικονομικής και στρατηγικής σημασίας) θαλάσσιες οδοί... Μια χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατό να έχει αποφασιστικό λόγο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτικές, δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί στο διεθνές πεδίο... Ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ανοιχτό ένα Κυπριακό Ζήτημα».

Αυτά τα εκπληκτικά γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα του Αιγαίου, της Κύπρου, της Κρήτης, σκέψου, αναγνώστη, ποια ελληνικά πολιτικά «αναστήματα» τα διαχειρίζονται.

"Η Καθημερινή", 13/06/2010

30/5/10

«Επανίδρυση» ή χαοτική διάλυση - ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η έντιμη δημοσιογραφία απευθύνει εκκλήσεις στην κυβέρνηση, καθημερινά: Να συνειδητοποιήσουν, πρωθυπουργός και υπουργοί, την κρισιμότητα των στιγμών, την κατεπείγουσα ανάγκη τόλμης, αποφασιστικότητας.

Οι λέξεις «χρέος», «ευθύνες», στη μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου εποχή, είναι κενές από περιεχόμενο. Να μπορούσαν τουλάχιστον οι εκκλήσεις της έντιμης δημοσιογραφίας να διεγείρουν φιλοδοξίες στους εξουσιαστές μας. Να συνειδητοποιήσουν, πρωθυπουργός και υπουργοί, την ιστορική ευκαιρία που τους προσφέρεται. Σε αυτό το επάγγελμα που επέλεξαν, πέρα από το κυνηγητό της ποικιλότροπης φτηνής ηδονής, οι ευκαιρίες να ξεχωρίσουν από την ανυπόληπτη μάζα των ομοτέχνων τους είναι ελάχιστες, σπάνιες. Και οι σήμερα κυβερνώντες την Ελλάδα έχουν τη σπάνια τύχη: Μπορούν να διακριθούν, να σημαδέψουν την Ιστορία.

Οπως οι φιλόδοξοι στρατιωτικοί ορέγονται πόλεμο, έτσι οι φιλόδοξοι της πολιτικής πρέπει να λογαριάζουν τύχη τη διαχείριση κρίσης, κινδύνου. Ξέρουν ότι, σε πολύ κρίσιμες στιγμές, ακόμα και θλιβερές μετριότητες, αν αρπάξουν την ευκαιρία, ντύνονται μεγαλείο. Κοινό νου χρειάζονται, λίγη πονηριά και πολλή τόλμη. Τόλμη διακινδύνευσης.

Μέσα σε μήνες, όχι περισσότερο, η σημερινή κυβέρνηση πρέπει να επανιδρύσει το κράτος. Κυριολεκτικά. Και ένα τέτοιο ιστορικό εγχείρημα τελεσφορεί μόνο σε στιγμές τεράστιας απειλής, μέγιστου κινδύνου. Η σημερινή κυβέρνηση ή θα ξαναστήσει από την αρχή, σε άλλη λογική, το κράτος, ή θα κηρύξει «στάση πληρωμών», αδυναμία καταβολής μισθών και συντάξεων, κατάσχεση τραπεζικών καταθέσεων. Και θα εξοντωθεί η ίδια μέσα στο χάος, στη φρίκη της βίας.

Πώς μπορεί να ξαναστηθεί από την αρχή κράτος στην Ελλάδα σήμερα; Μόνο αν η κυβέρνηση τολμήσει να αυτοκαταργηθεί ως κομματική ιδιοτέλεια, να παραιτηθεί από κάθε προσδοκία επανεκλογής. Μοιάζει πρόβλεψη, αλλά είναι μάλλον η βεβαιότερη των βεβαιοτήτων: Αν η σημερινή κυβέρνηση διακινδυνεύσει την επανίδρυση του κράτους αδιαφορώντας για την επανεκλογή της, και πετύχει την επανίδρυση, ο λαός θα την κρατάει στην εξουσία για τριάντα χρόνια. Η πρόβλεψη ίσχυε και για την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή του βραχέος. Ο ίδιος αντιπαρήλθε τότε την πρόβλεψη. Σήμερα, αν τολμήσει να εμφανιστεί σε δημόσιο χώρο, οι πολίτες τον λοιδορούν, τον προπηλακίζουν. Είναι ένας ζωντανός νεκρός.

Στην πράξη απλό δεν είναι να επανιδρυθεί το κράτος. Αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο. Η γενική αρχή (η στόχευση της επανίδρυσης) μοιάζει σαφής: Να αντιστραφούν οι όροι λειτουργίας κάθε κρατικής υπηρεσίας, η οργάνωση της λειτουργίας να αποβλέπει στην εξυπηρέτηση αναγκών της κοινωνίας, όχι στην εξυπηρέτηση αναγκών (και επιθυμιών) της δημοσιοϋπαλληλίας και των κομμάτων.

Η λογική εξυπηρέτησης της κοινωνίας (όχι των κομμάτων και της πελατείας τους) οργανωτικά μπορεί να μεταφραστεί σε θεσμικό, διοικητικό σχήμα. Να πρωτεύει η παραγωγή έργου, η έμπρακτη (ποσοτικά μετρητή και ποιοτικά αξιολογούμενη) εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών. Το οργανωτικό σχήμα να προκύπτει από σαφή οριοθέτηση απαιτήσεων και αρμοδιοτήτων κάθε τομέα υπηρεσιών, με έλεγχο να μην συγχέονται οι αρμοδιότητες των ποικίλων τομέων. Να ιεραρχείται η διαβάθμιση ευθυνών σε κάθε άρθρωση του θεσμού, η ιεράρχηση να είναι λειτουργική, να εξασφαλίζει τη συνεχή αξιολόγηση ανταπόκρισης του προσωπικού στις ευθύνες του. Εξαρτάται από την πολιτική βούληση αν τα κριτήρια, τόσο της ιεράρχησης των ευθυνών όσο και του ελέγχου ανταπόκρισης στις ευθύνες, θα είναι ακομμάτιστα, υπηρεσιακά, η εφαρμογή τους απροκατάληπτη.

Υπάρχει τεχνογνωσία σήμερα που τη λογική άρθρωσης των λειτουργιών του κράτους την κάνει πράξη και θεσμούς. Η πολιτική βούληση είναι το ζητούμενο. Η χωρίς αναστολές κομματικής ιδιοτέλειας βούληση, η σθεναρά αποφασισμένη να διακινδυνεύσει. Για να εφαρμοστεί μια στοιχειώδης λογική λειτουργικής αποτελεσματικότητας του κράτους στη σημερινή Ελλάδα, πρέπει το κράτος που ξέρουμε να καταλυθεί και να ξαναστηθεί από την αρχή. Αυτή την ανατροπή ή θα την κάνει η υπάρχουσα κυβέρνηση του ολίγιστου τωρινού πρωθυπουργού μας ή θα την αναλάβει όποιο ανεξέλεγκτο φασιστικό γκρουπούσκουλο προλάβει να εκμεταλλευτεί το χάος μετά την κατάρρευση. ΄Η κάποια ξένη δύναμη που θα έχει επέμβει.

Μπορεί ένας Παπανδρέου, που έχει στο κύτταρό του, τρεις γενιές τώρα, τον λαϊκισμό, να τολμήσει ανατροπή του υπάρχοντος κράτους και επανίδρυσή του; Θα διανοηθεί να θυσιάσει τα προσφιλέστερα και πιο αδίστακτα γεννοβόλια της οικογένειας: τους συνδικαλιστές, να τους εκθρονίσει από αυθέντες και απόλυτους δεσπότες του κράτους; Θα δεχθούν ποτέ οι συνδικαλιστές επικυρίαρχοι έλεγχο ποιότητας και αξιοκρατία, προκειμένου να προκύψει κράτος παραγωγικό με διεθνή αξιοπιστία; Θα επιτρέψουν οι κατ’ εθισμόν, επί τριάντα έξι χρόνια, ασύδοτοι τύραννοι να αξιολογείται η ικανότητα, η εργατικότητα, η συνέπεια, να αμείβεται ο ευφυής και δημιουργικός, να απολύεται ή να μετατάσσεται ο ράθυμος, ο ανίκανος, ο φαύλος;

Επί έξι ολόκληρα χρόνια που κυβερνούσε τη χώρα ο Καραμανλής ο βραχύς, αυτή εδώ η περιθωριακή επιφυλλίδα κραύγαζε (άκομψα ίσως, αδέξια αλλά όχι κακόπιστα) ότι ο ηγέτης είναι δραματικά ανεπαρκής, η χώρα οδηγείται νομοτελειακά σε συμφορά. Και εισέπραττε η επιφυλλίδα οργή, δυσαρέσκεια, μομφές για «υπερβολή», «απαισιοδοξία», «εισαγγελική έπαρση». Δεν έχω τις ικανότητες ούτε του οξυδερκούς πολιτικού αναλυτή ούτε του χαρισματικού προφήτη. Εμαθα σαν δάσκαλος να ξεχωρίζω τους χαρακτήρες τους ασκημένους στην αυτοκριτική και έτοιμους να αναγνωρίσουν λάθη παλεύοντας για στόχους που τίμια τους πιστεύουν, από χαρακτήρες εγκλωβισμένους στη βολική αυτάρκεια, δίχως ουσιαστικούς προβληματισμούς, γι’ αυτό και ανίκανους να πιστέψουν σε στόχους, να παλέψουν για στόχους.

Ταπεινά φρονώ, λοιπόν, δηλαδή με όση μπορώ εναργέστερη αποδοχή της πιθανότητας να λαθεύω, ότι και ο σημερινός πρωθυπουργός, όσο και αν «τανύεται επ’ άκρων ονύχων» να φαντάζει πολύς, δεν έχει δυστυχώς ούτε τη στόφα ούτε την καλλιέργεια για να πετύχει την αυθυπέρβαση που χαρακτηρίζει τον ηγέτη και που την απαιτεί ο ασφυκτικός σήμερα πνιγμός της χώρας. Θα μπορούσε να είναι ένας υποφερτός έως μέτριος διαχειριστής κομματικού κράτους σε συνθήκες «ομαλότητας» (δηλαδή παραισθησιογόνων ψευδαισθήσεων). Αλλά για να αναχαιτίσει το επερχόμενο χάος, είναι κραυγαλέα ακατάλληλος.

Θεωρητικά, η μόνη λύση που απομένει, είναι μια κυβέρνηση προσωπικοτήτων. Συνταγματικά δυσεπίτευκτη, και δίκοπο μαχαίρι το ποιος θα τη συγκροτήσει. Αλλά εναλλακτικό ενδεχόμενο, μάλλον το χάος.

"Η Καθημερινή", 30/05/2010

9/5/10

Ωρα για «Συντακτική Εθνοσυνέλευση» - ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του επιχειρούν να διαχειριστούν τη χρεοκοπία του ελλαδικού κράτους ζητώντας διεθνείς εγγυήσεις για να συνεχίσει η χώρα να δανείζεται. Οι εγγυήτριες κυβερνήσεις απαιτούν ως αντιστάθμισμα των εγγυήσεών τους μέτρα περιορισμού της ξέφρενης κρατικής σπατάλης με την οποία συντηρείται στην Ελλάδα το καθεστώς της κομματοκρατίας. Και ο κατ’ αυτευφημισμόν «σοσιαλιστής» πρωθυπουργός προσφέρει ό,τι πιο παράλογο σε κοινωνική αδικία μέτρο.

Δεν διανοείται να απαλλάξει το κράτος από τη σωρεία των αυθαίρετα, για κομματικό ρουσφέτι, διορισμένων. Να απολύσει, έστω για τα μάτια, τις εκατοντάδες που διορίστηκαν στη Βουλή λίγες μόλις μέρες ή ώρες πριν από τις τελευταίες εκλογές προκλητικά και αδιάντροπα. Του είναι αδιανόητο να πολεμήσει την κρατική σπατάλη με θεσμούς και όχι με προσωρινά, γενικά και άδικα μέτρα: Να συγκροτήσει θεσμούς αδιάβλητης αξιολόγησης της δημοσιοϋπαλληλίας, να αμείψει τους ικανούς και εργατικούς, να απολύσει τις μάζες των κηφήνων και ανίκανων. Προτιμάει (το θεωρεί αυτονόητο) να περικόψει τους μισθούς όλων και όλες τις συντάξεις, προκειμένου να συντηρήσει το εξωφρενικά υπερτροφικό και αντιπαραγωγικό κράτος: καίριο πελατειακό υποστύλωμα της κομματοκρατίας.

Γενικές και αδιάκριτες περικοπές αποδοχών, εξοντωτική της φτωχολογιάς έμμεση φορολογία, σπασμωδικά και επιδερμικά πυροσβεστικά μέτρα – δεν διανοείται ο πρωθυπουργός να θίξει τη θεσμική υποδομή και στοιχείωση της κρατικής σπατάλης. Δεν καταλαβαίνει ότι χωρίς θεσμούς ελέγχου και αξιοκρατικής διαβάθμισης των δημοσίων υπαλλήλων αποκλείεται το κράτος να καταστεί λειτουργικό, να γίνει παραγωγικός ο ρυθμός ζωής της χώρας. Και αν ο πρωθυπουργός δεν επαρκεί ή δεν θέλει να το καταλάβει, οι «άτεγκτοι» εγγυητές του δανεισμού μας δεν αντιλαμβάνονται ότι το πελατειακό κράτος της ελλαδικής κομματοκρατίας είναι «πίθος των Δαναΐδων»; Οτι κανένας ποτέ δανεισμός δεν θα μπορέσει να κορέσει την τυφλή απαίτηση του κομματικοποιημένου Νεοέλληνα να τον πληρώνει το κράτος για να κάθεται;

Δεν ενδιαφέρεται ο κληρονομικώ χρίσματι πρωθυπουργός να αξιοποιήσει το σοκ της οικονομικής καταστροφής και την απώλεια αυτεξουσιότητας της χώρας για να ασφαλίσει τα λαϊκά συμφέροντα, να απαλλάξει τις αδύναμες κοινωνικές τάξεις από τον αντικοινωνικό σαδισμό των συνδικαλισμένων συμφερόντων. Να πατάξει τις «πορείες» που νεκρώνουν την αγορά και ρίχνουν στην ανεργία την υπαλληλία μικροεπιχειρήσεων και καταστημάτων. Να εφαρμόσει με συνέπεια τις διατάξεις του Συντάγματος για τον δημοσιοϋπαλληλικό συνδικαλισμό, να κολάσει αμείλικτα τον γκανγκστερικό εκβιασμό των απεργιών «κοινωνικού κόστους». Να προστατεύσει το λαϊκό σώμα από τους οργανωμένους υπονομευτές του λαϊκού συμφέροντος που επιδιώκουν μεθοδικά επίταση της φτώχειας και της εξαθλίωσης, μήπως και πετύχουν, οι ψυχανώμαλοι, να φτάσουν στην εξουσία με «επανάσταση του προλεταριάτου»!

Ο ολίγιστος πρωθυπουργός μας και οι νεήλυδες επιτελείς του ασκούν την πολιτική (δηλαδή διαχειρίζονται τη ζωή μας και τα όνειρα των παιδιών μας) ωσάν να παίζουν πόκερ ή μπριτζ. Η λογική τους είναι, φανερά, λογική του παίκτη που θέλει να κερδίσει την παρτίδα, όχι ανθρώπων που πονάνε και μάχονται για κοινωνική αλλαγή, για τίμια επανίδρυση του διαλυμένου και διεφθαρμένου κράτους, για κοινωνική δικαιοσύνη και ποιότητα ζωής. Δεν μπορούν να σκεφθούν με τέτοιες προτεραιότητες. Αν μπορούσαν, θα είχαν πάψει να λένε ψέματα ή θα είχαν ζητήσει αυθόρμητα συγγνώμη για την πλησμονή της ψευδολογίας ότι «υπάρχουν χρήματα», ότι κομίζουν «πράσινη ανάπτυξη» και τα όμοια της παπανδρεϊκής ασύστολης κιβδηλίας.

Η οικονομική χρεοκοπία δεν είναι τεχνικό, διαχειριστικό πρόβλημα, είναι οργανικό σύμπτωμα κοινωνικής παρακμής, απώλειας «νοήματος» της συνύπαρξης, της μετοχής σε κοινωνία σχέσεων, στη χαρά του ανήκειν. Μια συλλογικότητα παρακμάζει όταν ο άσχετος, α-νόητος βίος εξαναγκάζει σε πληθωρισμό ιδιοτέλειας, σε παραίτηση από τη δημιουργία, σε χρησιμοθηρική αποκλειστικά εκδοχή της παραγωγικότητας. Το πραγματικό αίτιο της οικονομικής χρεοκοπίας είναι η υποβάθμιση των απαιτήσεων για ποιότητα ζωής, η υποκατάσταση της δημιουργικότητας του ανθρώπου από την ηδονιστική χρησιμοθηρία και την καταναλωτική βουλιμία, η έκλειψη της άμιλλας.

Ο ανθρωπολογικός τύπος του «πασόκου» ή του «νεοδημοκράτη» ή του «προοδευτικού αριστερού» δεν ενδιαφέρεται για το τι θα δημιουργήσει στη ζωή του, αλλά για το πώς θα βγάλει λεφτά, θα κερδίσει εύκολο χρήμα. Αυτή τη νοο-τροπία εκφράζει τυπικά ο τάχα και πολιτικός λόγος όλων των συντεχνιών του κομματικού παλκοσένικου, με αυτή τη «φιλοσοφία» οργανώνουν την παιδεία των Ελλήνων, τριάντα χρόνια τώρα, οι συμπλεγματικοί «εκσυγχρονιστές» των κομμάτων εξουσίας, αυτούς τους στόχους της εγωκεντρικής καταναλωτικής λαγνείας και του ακοινώνητου απαιτητή «δικαιωμάτων» καλλιεργούν οι έμποροι της τηλεοπτικής αποχαύνωσης.

Οι συντεχνίες όλες του κομματικού φάσματος είναι μέρος του προβλήματος, οι βασικοί συντελεστές του προβλήματος που βιώνει ο τόπος, γι’ αυτό και μοιάζει λογικά και πραγματικά αδύνατο να οδηγήσουν σε λύση, σε πραγματικό ξεπέρασμα της χρεοκοπίας. Θα συνεχίσουν να παζαρεύουν δάνεια, να υποδουλώνουν τη χώρα στους εγγυητές των δανείων, εξ ορισμού ανίκανοι να εμπνεύσουν στον λαό κίνητρα και στόχους παραγωγικότητας, ζωτικά αναπληρώματα των καταναλωτικών υστερήσεων.

Με άλλα λόγια: Είναι παράλογο και αντιφατικό να περιμένουμε από τα κόμματα την ανάκαμψη της οικονομίας, την επανίδρυση του κράτους, την ανασύνταξη της ελληνικής κοινωνίας. Εχουμε αναρίθμητα τεκμήρια, αναμφίβολες αποδείξεις, ότι δεν μπορούν να το κάνουν. Τα υπάρχοντα κόμματα έχουν ιστορικά τελειώσει, το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι οριστικά φθαρμένο, ντροπιαστικά εκφαυλισμένο, γελοιωδώς ανίκανο, εγκληματικά ένοχο. Η χώρα χρειάζεται μεταπολίτευση, εκλογές για Συντακτική Συνέλευση, καινούργιο εξ υπαρχής Σύνταγμα.

Η καταστροφή που μόλις αρχίζουμε να βιώνουμε, νομοτελειακά επερχόμενη, είναι και η μεγάλη μας, μάλλον τελευταία, ιστορική ευκαιρία. Στον κοινής αποδοχής (πλην κρετινοειδών «Λακεδαιμονίων») Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια επιφύλαξε η Ιστορία το προνόμιο και την ευθύνη να σαρκώσει σε πράξη την ευκαιρία: Με σοβαρή προεργασία ανιδιοτελών συνταγματολόγων να συγκροτήσει κυβέρνηση επιστρατευμένων προσωπικοτήτων που θα αντιμετωπίσει με κοινωνικά κριτήρια την οικονομική χρεοκοπία, θα συγκαλέσει Συντακτική Εθνοσυνέλευση, θα δώσει στη χώρα καινούργιο Σύνταγμα.

Ενας καταστατικός χάρτης καταγωγικά ανυπότακτος στην κομματικά διεφθαρμένη μερίδα της ελλαδικής κοινωνίας μπορεί να γίνει καταλύτης για ελπιδοφόρο κοινωνικό μετασχηματισμό.

"Η Καθημερινή", 09/05/2010

29/12/09

Το ξεχασμένο «άθλημα αληθείας» - ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ετι κι έτι το ερώτημα: Πώς γεννιέται, πώς προκύπτει μια Γιορτή; Το καταγωγικό γεγονός πρέπει να είναι έκρηξη συλλογικής χαράς και η χαρά να αναβιώνει, πάντοτε εκρηκτική, σε κάθε επέτειο της πρώτης έκπληξης. Σήμερα στην Ελλάδα θα στήναμε Γιορτή, αν κάπου στο υπέδαφος της γης μας εντοπιζόταν κοίτασμα πετρελαίου ή φλέβα χρυσού. Το χρήμα μάς δίνει χαρά, το χρήμα θα γιορτάζαμε.


Κάποτε ο ελληνικός ή εξελληνισμένος κόσμος, γύρω από τη Μεσόγειο, κυνηγούσε άλλες χαρές: Πάλευε να βεβαιωθεί αν και κατά πόσο ενδέχεται «αθανατίζειν το θνητόν», «μετασχείν αθανασίας το ανθρώπινον γένος», «της αθανασίας μεταλαμβάνειν». Και «αθανασία» δεν σήμαινε απεριόριστη παράταση του βίου ή κάποιαν άσαρκη συνέχιση της ύπαρξης στον εφιάλτη ενός γραμμικά ατέλειωτου χρόνου. Αθανασία σήμαινε ελευθερία της ύπαρξης από τις αναγκαιότητες που επιβάλλει η προκαθορισμένη «φύση» ή «ουσία» του κάθε υπαρκτού, ελευθερία από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά, τον θάνατο.

Σε αυτό τον κόσμο κατέφθασε άγγελμα χαράς, ευ-αγγέλιο, πρόξενος Γιορτής: Τα πάντα ξεκινάνε να υπάρχουν όχι από ανερμήνευτη αναγκαιότητα, αλλά από την ελευθερία μιας αυτοσυνείδητης έλλογης θέλησης. Σε φάτνη αλόγων, στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, η Αιτιώδης Αρχή των υπαρκτών, ο Θεός, φανερώνει την ελευθερία του από τη θεότητά του: Είναι Θεός, όχι επειδή υποχρεώνεται «εκ προηγουμένου λόγου» της θείας φύσης ή ουσίας του να είναι αυτό που είναι. Είναι Θεός επειδή είναι αγάπη, κορύφωμα ελευθερίας – η αγάπη - ελευθερία καθορίζει αυτό που είναι ο Θεός, όχι η θεότητά του. Γι’ αυτό και γίνεται άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι ελευθερία αγάπης, δηλαδή υπαρκτικά απεριόριστος. Ανθρωπος, Χριστός Ιησούς, ελεύθερος από τις αναγκαιότητες και της ανθρώπινης φύσης ή ουσίας: ανασταίνεται από τους νεκρούς.

Αυτό το άγγελμα το προσλαμβάνει ο Ελληνας όχι σαν μια ακόμη επινόηση ερμηνευτική του οντολογικού αινίγματος, σπουδαιότερη επινόηση από την πλωτινική τριάδα (Εν-Νους-Ψυχή), τις πλατωνικές «Ιδέες», το αριστοτελικό «Πρώτον Κινούν – ταυτότητα νου και νοητού». Προσλαμβάνει το χριστιανικό ευ-αγγέλιο ο Ελληνας και γιορτάζει, σημαδεύει τη διαδοχή των αιώνων η συλλογική έκρηξη της χαράς – δεν συστήνεται ποτέ Γιορτή για φιλοσοφικές επινοήσεις. Το ευ-αγγέλιο είναι μαρτυρία μιας ανοιχτής σε επαλήθευση ιστορικής εμπειρίας: Επώνυμα πρόσωπα, με συγκεκριμένο σε τόπο και χρόνο εντοπισμό, «επόπται γεννηθέντες» των γεγονότων για τα οποία μαρτυρούν, αναλαμβάνουν να καταγράψουν τα όσα είδαν με τα μάτια τους και άκουσαν με τα αφτιά τους και ψηλάφησαν τα χέρια τους.

Δεν καταπίνεις εύκολα οποιοδήποτε θρησκευτικό ιδεολόγημα όταν έχεις πίσω σου (ή μάλλον μέσα σου, στην παιδεία σου) Πλάτωνα και Αριστοτέλη και Πλωτίνο. Ούτε γιορτάζεις χαζοχαρούμενα, αν δεν ανοίγεται μπροστά σου η δυναμική της εμπειρικής επαλήθευσης των όσων προσλαμβάνεις. Η Γέννηση του Χριστού, ενανθρώπιση του απροσπέλαστου Θεού, γίνεται για τον Ελληνα, επί αιώνες, γιορτινή έκρηξη χαράς, επειδή η πιστοποίηση του γεγονότος είναι ανοιχτή, προσφέρεται μέσα από το άθλημα της σχέσης. Το άθλημα το γνωρίζει ο Ελληνας, ξέρει ότι ψηλαφούμε την αλήθεια όχι μέσα από πληροφορίες (αυτό ισχύει μόνο για τα ιδεολογήματα), αλλά μόνο «κατά μετοχήν», όταν μετέχουμε στον τρόπο του αληθούς, στην πραγματοποίηση του αληθεύειν. Ο εκχριστιανισμός των Ελλήνων δεν αντιπροσωπεύει αλλαγή θρησκευτικών «πεποιθήσεων», αλλά αλλαγή υπαρκτικού στόχου: Από το «άθλημα αληθείας» που ήταν η μετοχή στην Εκκλησία του Δήμου, πέρασαν στο «άθλημα αληθείας» που ήταν η Εκκλησία του ευχαριστιακού σώματος.

Κάποτε η συνέχεια της Γιορτής έσπασε. Το πώς και γιατί, είναι ερώτημα που συνοψίζει την τραγωδία του όψιμου, αφελληνισμένου Ελληνισμού και που οι Ελληνόφωνοι το απωθούμε ή το ξορκίζουμε με αφελείς δογματισμούς. Πάντως, δεν γιορτάζουμε πια Χριστούγεννα, ρεαλισμό επενδύσεων στην ελευθερία από τη θνητότητα – η θεσμοποιημένη επετειακή επανάληψη της Γιορτής δεν είναι έκρηξη χαράς. Γαντζωνόμαστε σε υποκατάστατα, μικροαπολαύσεις λησμοσύνης του θανάτου: Κάτι να χαρίσουμε, κάτι να μας χαρίσουν, να ευχηθούμε, να μας ευχηθούν, να ζωντανέψει η αλήθεια της ζωής ως σχέσης στην ανεμελιά των παιδιών, στην όση ζεστασιά της οικογένειας ή της φιλίας, σε όποιο ξέφτι κοινωνίας απομένει στην εγωκεντρική βιοτή μας.

Ο Ελληνισμός τέλειωσε ιστορικά από τη στιγμή που απεμπόλησε την ταυτότητά του: την προτεραιότητα των «κοινών», την ταύτιση του κοινωνείν με το αληθεύειν, τη χαρά των σχέσεων κοινωνίας ως πρώτο ζητούμενο. Με αυτή την ταυτότητα έδωσε ο Ελληνισμός γλώσσα στο χριστιανικό ευ-αγγέλιο, το έκανε Εικόνα, ποίηση, μέλος, δραματουργία, φιλόσοφο λόγο, θεσμό επισκοπής, ενορίας, συνόδου. Μια ατομοκεντρική συλλογικότητα μόνο ψευδωνύμως μπορεί να λέγεται ελληνική και μια ατομοκεντρική θρησκευτικότητα δεν έχει την παραμικρή σχέση με το εκκλησιαστικό γεγονός.

Από τη Γιορτή των Χριστουγέννων μας χωρίζει «χάσμα μέγα», αγεφύρωτο, διαφοράς τρόπου της ύπαρξης. Την εκκλησιαστική Εικόνα την αντικαταστήσαμε με θρησκευτικές ζωγραφιές, τη δραματουργία με εθιμοτυπικά στερεότυπα, το εκκλησιαστικό μέλος με συναισθηματικές καντάδες ή μουσειακά ιδιότυπα ακούσματα, την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική με τσιμεντένιες τούρτες τερατώδους ακαλαισθησίας. Ολα πια στοχεύουν στο άτομο: να το εντυπωσιάσουν, να το συγκινήσουν, να το διδάξουν, να το υποβάλουν. Το κήρυγμα, η κατήχηση, αποκομμένα από το εκκλησιαστικό γεγονός, υπηρετούν αποκλειστικά την ατομοκεντρική, ενστικτώδη θρησκευτικότητα. Ποια χαρά Γιορτής να προκύψει, όταν η ζωή είναι εγκλωβισμένη στο εγώ, στη μονοτροπία της φθοράς, της θνητότητας, στην αλογία μεταφυσικών εκζητήσεων ατομικής σωτηρίας, ατομικών αξιομισθιών;

Κάθε φορά που ενθρονίζεται νέος αρχιεπίσκοπος αναθαρρεύουν οι ελπίδες: Δεν μπορεί, αυτός κάτι θα έχει διδαχθεί από τη νέκρα ή την παρδαλή εντυπωσιοθηρία των προκατόχων του. Κάτι θα καταλαβαίνει από τη ζωτική, κατεπείγουσα ανάγκη να αποκαταστήσει εκκλησιαστική λατρεία αντί για θρησκευτικο-μαγικές ιερουργίες, εκκλησιαστικό κήρυγμα αντί για θρησκευτικά, ηθικολογικά φληναφήματα, κατήχηση, μύηση στην ποίηση, στην Εικόνα, στην εκκλησιαστική άσκηση, όχι «διδακτικές» παιδαριωδίες. Να ξαναγίνει η ενορία λαϊκό σώμα, να πάψει να είναι το ανάλογο παραρτημάτων του ΙΚΑ. Να γνοιαστεί για τη μοναξιά και την εγκατάλειψη που βιώνουν οι κληρικοί του, να είναι συλλειτουργός, όχι διοικητής.

Και κάθε φορά οι ελπίδες καταρρέουν. Ισως για να «τελειούται η δύναμις» της ελπίδας «εν ασθενεία». Ισως γιατί «χάσμα μέγα» μας χωρίζει από το ευ-αγγέλιο και η οδύνη της ορφάνιας είναι γέφυρα επανασύνδεσης.

"Η Καθημερινή", 25/12/2009

7/6/09

Η άτεγκτη λογική της αποπομπής - Χρήστου Γιανναρά

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, όχι αυθαίρετα, ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση οι Ελληνες δεν μετέχουμε, απλώς τη χρησιμοποιούμε. Συντηρούμε συμβατικά την ιδιότητα του μέλους και καρπωνόμαστε άπληστα τις προνομίες. Οι ευρωεκλογές, είναι περισσότερο από φανερό, μας ενδιαφέρουν μόνο σαν δημοσκόπηση για την καταμέτρηση της δύναμης των κομμάτων. Στα συνθήματα, στις ομιλίες, στις τηλεοπτικές αντιμαχίες της προεκλογικής περιόδου έμοιαζε αδιανόητη οποιαδήποτε ενασχόληση με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Το ειλικρινέστερο (αδιάντροπο στην ωμότητά του) σύνθημα έλεγε στον πολίτη: Πρόσεξε, ψηφίζοντας τάχα για την Ευρώπη, αποφασίζεις για εμάς εδώ, για το ποιο κόμμα προτιμάς!Η συγκρότηση των κομματικών ευρωψηφοδελτίων εξυπηρετεί αποκλειστικά εσωκομματικές σκοπιμότητες: ρουσφέτια του αρχηγού, απαιτήσεις της κομματικής καμαρίλας. Μόνο συμπτωματικά μπορεί να συμπεριληφθεί κάποτε και κάποιο πρόσωπο με την κατάρτιση, την εμπειρία, την προετοιμασία που απαιτούν οι ευθύνες του ευρωβουλευτή.

Δεν υπάρχει ίχνος έγνοιας (το κέντρισμα της αξιοπρέπειας) να στέλνουμε στην Ευρώπη ό,τι καλύτερο έχουμε, να κερδίζουμε εμπιστοσύνη και σεβασμό προβάλλοντας ανθρώπινη ποιότητα. Ακόμα και για επίτροπο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή («υπουργό» στην «κυβέρνηση» της Ε.Ε.) στέλνουν οι Ελληνες πρωθυπουργοί, κατά κανόνα, κάποιο κομματικό στέλεχος που θέλουν να μην μπερδεύεται στα πόδια τους ή ανταμείβουν με την καίρια αυτή θέση τις υπηρεσίες κάποιου λακέ ή κολακεύουν μια συναισθηματική τους συμπάθεια. Δεν πρέπει να είναι άσχετο με τις επιλογές τους το γεγονός ότι ποτέ σε Ελληνα επίτροπο δεν ανατέθηκε σημαντική αρμοδιότητα της Επιτροπής.

Δεν μοιάζει να λαμβάνουμε υπ’ όψιν ούτε καν την επαρκή γνώση μιας ευρωπαϊκής γλώσσας – τα ανέκδοτα που κυκλοφορούν στους διαδρόμους του Ευρωκοινοβουλίου για τη «γλωσσομάθεια» των Ελλήνων είναι σπαρταριστά. Φυσικά και υπάρχει συγχρονική διερμηνεία, όμως η ενεργός μετοχή στα γιγνόμενα δεν μπορεί να εξαντλείται με την παρουσία σε ολομέλειες και επιτροπές – η ανταπόκριση σε τυπικές υποχρεώσεις δεν σημαίνει ελληνική συμβολή στην κοσμογονική δυναμική της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Ελλάδα είναι δραματικά απούσα από τα συντελούμενα στην Ε.Ε. – μια ιστορία αιώνων πολιτισμού, με πανανθρώπινη εμβέλεια και πατίνα αρχοντιάς, δεν επιχειρήθηκε ποτέ να μεταπλαστεί σε προτάσεις επικαιρικές, σύγχρονες, ζωτικές για την ενωμένη Ευρώπη.

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν ενταχθήκαμε ποτέ, προσκολληθήκαμε με νοοτροπία και πρακτικές παρασίτου. Δεν είχαμε συνείδηση και αντανακλαστικά Ευρωπαίων, δεν μετείχαμε επί ίσοις όροις στον εταιρισμό, οι εθισμοί μας και τα αντανακλαστικά μας ήταν βαλκανικής επαρχίας, κουβαλάγαμε τη μειονεξία του Κοραή που είναι, δύο αιώνες τώρα, η κρατική μας ιδεολογία. Ο πρωτεργάτης της εισδοχής μας υπερμαχούσε με το επιχείρημα: «Ξέρετε τι θα πει, να είναι ομόλογος με τους Ευρωπαίους ο Ελληνας πρωθυπουργός;» – αυτό του γυάλιζε. Και ο «χαρισματικού» αμοραλισμού αντίπαλός του ξεσήκωνε τις «προοδευτικές» αγέλες του ποιμνιοστασίου του να κραυγάζουν: «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»! – έτσι κέρδιζε τις ψήφους των απερίσκεπτων.

Τελικά, γεννήματα και οι μεν και οι δε της κοραϊκής επαρχιωτίλας, μυρίστηκαν λεφτά, κατάλαβαν ότι πρόκειται για την κότα με τα χρυσά αβγά. Και αποδείχτηκε άλλη μια φορά πως όταν οι Ελληνες ξεμαθαίνουμε τον πολιτισμό μας, δηλαδή το άθλημα της αλήθειας, γινόμαστε ασυγκράτητα χυδαίοι σε απληστία και ιδιοτέλεια. Τριάντα χρόνια τώρα ρέουν στην Ελλάδα της παρακμιακής ραθυμίας πακτωλοί οικονομικών επιχορηγήσεων από την Ε.Ε. – ποτέ στην ιστορία του το κρατίδιο δεν φαντάστηκε τέτοια εισροή άμοχθου πλούτου. Προσφέρθηκε ο πλούτος για να εξισορροπηθεί η ανάπτυξη των χωρών - μελών της Ε.Ε., να «συγκλίνουν» οι οικονομίες, να θεμελιωθούν και στην Ελλάδα υποδομές: δρόμοι, λιμάνια, τρένα, ακτοπλοΐα, σχολεία, νοσοκομεία, γεωργικές καλλιέργειες προσαρμοσμένες στη σύγχρονη αγορά, μηχανογράφηση και εκσυγχρονισμός των κρατικών λειτουργιών, προηγμένης τεχνολογίας παραγωγικές μονάδες. Ομως, αυτή η απίστευτη ξαφνική εύνοια της Ιστορίας ακυρώθηκε, με εγκληματική ασυνειδησία, από τα συνασπισμένα τρωκτικά της κομματοκρατίας: ο πλούτος, ο προορισμένος για υποδομές, κατέληξε, κατά το μέγιστο μέρος, στις τσέπες των επιτήδειων του κομματικού υπόκοσμου και στους «νταβατζήδες» που πουλάνε «προστασία» στα κόμματα. Εγιναν τα «πακέτα» της Ε.Ε. βίλες, κότερα, υπερπολυτελή αυτοκίνητα, φανταχτερή βλαχαδερή σπατάλη. Μιλάμε για χιλιάδες κομματικούς τερμίτες – χίλιους εκθρόνισε μόλις προχθές η κυβέρνηση, τους ξήλωσε από μέλη διοικητικών συμβουλίων 255 δημόσιων επιχειρήσεων, που καταργήθηκαν ή συγχωνεύτηκαν με άλλες, για προεκλογικό εντυπωσιασμό («Κ» 27.5.2009).

Και έχουν το απύθμενο θράσος οι αρχηγοί των κομμάτων, που καταλήστευσαν τον απρόσμενο πλούτο και ακύρωσαν τη μοναδική ευκαιρία εκσυγχρονισμού της χώρας, να εμφανίζονται μπροστά μας σε τηλεοπτική «αντιμαχία», με μικρονοϊκής καυχησιολογίας μονολόγους, ζητώντας να επιβεβαιώσουμε την αφοσίωσή μας σε αυτούς ψηφίζοντας τάχα για την Ευρώπη. Ευτυχώς εφέτος, και για πρώτη φορά από τη μεταπολίτευση, η μεγάλη έκπληξη της προεκλογικής «αντιμαχίας» ήταν οι δημοσιογράφοι: Για πρώτη φορά, επιτέλους, τόλμησαν Ελληνες δημοσιογράφοι, αδέσμευτοι από τη «γραμμή» των καναλιών τους, τα «στριμώξουν» αποκαλυπτικά τους κομματικούς αρχηγούς: Να τους υποχρεώσουν σε αυτεξευτελισμό φυγομαχίας, να τους εμφανίσουν γελοιωδέστατα υπεκφεύγοντες και μωρολογούντες. Για πολίτες με νοημοσύνη και καλλιέργεια, το ξεμπρόστιασμα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης από το ερώτημα για το ιδιωτικό σχολείο και το αλλοδαπό πανεπιστήμιο που εξασφάλισε στο παιδί του, σε κραυγαλέα αντίθεση με τα δυσφραδή ρητορεύματά του και τον «πόνο» του για το δημόσιο σχολειό και το δημόσιο πανεπιστήμιο, αυτό και μόνο το ξεμπρόστιασμα θα αρκούσε για να τον αφανίσει πολιτικά. Το ίδιο ισχύει και για το ερώτημα που αναιδημόνως αντιπαρήλθε ο πρωθυπουργός και αφορούσε την αξιοπιστία των ακκισμών περί του πολιτικού του «θάρρους», δεδομένης της εξευτελιστικής αφωνίας του όταν κρινόταν η έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε.

Η τηλεοπτική «αντιμαχία» ήταν σημαντική επιτυχία των δημοσιογράφων: αποκάλυψαν, στους στοιχειωδώς νοήμονες για πολλοστή φορά, την εγκληματική ιδιοτέλεια και πολιτική ανυπαρξία των «κομμάτων εξουσίας», τον περιθωριακό για την κοινωνία χαρακτήρα των ψυχοπαθολογικών εμμονών ή του αδίστακτου συντεχνιακού καριερισμού των μικρών κομμάτων. Η τραγωδία είναι ότι και οι μεν και οι δε οδηγούν τη χώρα νομοτελειακά στην ουραγία, πολύ πιθανό και στην αποπομπή από την Ε.Ε.

Δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα η Ε.Ε. να σιτίζει και να χαρτζιλικώνει κοινωνίες ανεγκέφαλων πολιτών εθελόδουλα υποταγμένων σε μαφίες αετονύχηδων, αδηφάγων εξουσιολάγνων ή νευρωτικών παλαιοημερολογιτών της πολιτικής. Κάποτε θα εξοργισθεί με τη νεοελληνική πρόκληση. Και θα αντιδράσει.
"Η Καθημερινή", 7/6/2009

24/5/09

Πρόταση αλλαγής στόχου στην Παιδεία - Χρήστου Γιανναρά


H αξιωματική αντιπολίτευση επαγγέλλεται ότι αν γίνει κυβέρνηση θα διαθέτει για την Παιδεία το 5% των εσόδων του κράτους κάθε χρόνο. Και η κυβέρνηση απαντάει μοιράζοντας αμέσως από έναν φορητό υπολογιστή σε κάθε μαθητή της πρώτης τάξης του Γυμνασίου (με συνολικό κόστος 60 εκατομμύρια ευρώ).

Μόνο όσοι πολίτες αυτευνουχίζουν τη νοημοσύνη τους, μόνον αυτοί αδυνατούν να αντιληφθούν ότι πρόκειται για αναμέτρηση διαφημιστικών στρατηγημάτων, παιδαριώδη μάχη εντυπώσεων. Το πρόβλημα της Παιδείας δεν ενδιαφέρει τα «κόμματα εξουσίας», το μόνο που τα ενδιαφέρει είναι η νομή της εξουσίας ή η πρόσβαση στη νομή. Τα ενδιαφέρει το εκπαιδευτικό πεδίο για να στρατολογούν ψηφοφόρους μέσα από τις κομματικές νεολαίες στα πανεπιστήμια και θλιβερούς γενίτσαρους μέσα από το παιδαγωγικό έγκλημα του «μαθητικού κινήματος».

Αποψη του γράφοντος – ίσως εσφαλμένη, αλλά πάντως άσχετη με το εξουσιαστικό παιχνίδι: Κεντρικό πρόβλημα της Παιδείας στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι η έλλειψη κονδυλίων ούτε η ανάγκη να χαρίσουμε υπολογιστές στα παιδιά. Είναι η κατά προτεραιότητα στόχευση του εκπαιδευτικού συστήματος στην «ενημερωτική επάρκεια» της διδακτέας ύλης: Δηλαδή, η μεθοδική προσπάθεια να προσφέρεται στα παιδιά, και των τριών σχολικών βαθμίδων, το μέγιστο δυνατό της εκσυγχρονισμένης πληροφόρησης για κάθε γνωστικό τομέα.

Αυτή η αγχώδης έγνοια για συνεχή διεύρυνση των γνωστικών πεδίων με συνεχή ποσοτική αύξηση της διδακτέας ύλης, πάντοτε στο όνομα του «εκσυγχρονισμού», μοιάζει να είναι μια κεντρική νεύρωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Εγνοια και φόβος μήπως φανούμε ότι αγνοούμε ή παραγνωρίζουμε το καινούργιο υλικό που συνεχώς κομίζει η επιστημονική έρευνα. Αποδειχνόμαστε «εκσυγχρονισμένοι» και «μοδέρνοι», αν προσθέτουμε αδιάκοπα επιπλέον διδακτέα ύλη στα αναλυτικά προγράμματα των σχολείων.

Αλλά η υπέρμετρη ποσότητα δεν αφήνει περιθώρια για αναλυτική επεξεργασία της διδακτέας ύλης και οργανική αφομοίωσή της από τον μαθητή. Ετσι ο μαθητής προσλαμβάνει την προσφερόμενη γνώση μόνο ή κυρίως ως πληροφορία αυτονομημένη από την κατανόησή της. Και επειδή ο όγκος των πληροφοριών συνεχώς αυξάνεται και το σχολικό σύστημα οφείλει να ελέγχει την προσληπτική ικανότητα του μαθητή, ο μαθητής καταφεύγει στη λύση της συμβατικής κατ’ επίφασιν πρόσληψης που είναι η απομνημόνευση ή «παπαγαλία». Το σύστημα υποχρεωτικά συναινεί και τελικά θεσμοποιεί αυτή τη λύση.

Αλλά και η θεσμική κατάφαση της παπαγαλίας δεν λύνει το πρόβλημα, αφού ο όγκος της ύλης που θέλουμε να απομνημονευτεί παραμένει δυσφόρητος. Η ανάγκη μιας κάποιας αντιμετώπισης του προβλήματος γέννησε την παραπαιδεία των «φροντιστηρίων» ή τα μαύρου χρήματος «ιδιαίτερα μαθήματα» – καρκίνωμα, αλλά και αυτονόητη κατεστημένη προϋπόθεση λειτουργίας του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Το φροντιστήριο ή το ιδιαίτερο κωδικοποιεί τον όγκο των πληροφοριών σε ευκολοαπομνημόνευτες σχηματοποιήσεις. Δεν φιλοδοξεί να εμπεδώσει στον μαθητή την πληροφορία, αλλά να τον μάθει απομνημονευτικές τεχνικές και σχηματικές ταξιθετήσεις για βραχυπρόθεσμη εφ’ άπαξ χρήση της πληροφορίας. Στόχος της μάθησης, από τις πρώτες κιόλας τάξεις του Γυμνασίου, είναι η ικανότητα αποστήθισης πληροφοριών (όχι απόκτησης) προκειμένου να εισαχθεί το παιδί στο Πανεπιστήμιο. Να εισαχθεί όχι για να σπουδάσει, αλλά για να πάρει «χαρτί» που θα του εξασφαλίζει υψηλό δείκτη καταναλωτικής ευχέρειας χωρίς να χρειάζεται μόχθο εργασίας.

Η παραπαιδεία των φροντιστηρίων και των ιδιαιτέρων παρέχει μαθησιακό εξοπλισμό μιας χρήσεως. Είναι ειλικρινής στον χυδαία χρησιμοθηρικό χαρακτήρα της και η ειλικρίνειά της την έχει επιβάλει στις συνειδήσεις των μαθητών με συντριπτική υπεροχή έναντι των υποκριτικών προσχημάτων του σχολείου. Εξ άλλου το σχολείο έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για τον μαθητή, από τη στιγμή που ο λαϊκισμός των κομμάτων εξουσίας κατάργησε την ουσιαστική (με συνέπειες) αξιολόγηση των επιδόσεων, τη διαβάθμιση ποιοτήτων, επομένως και κάθε άμιλλα.

Το ίδιο ισχύει και για το πανεπιστήμιο: Απαξ και κατόρθωσε κάποιος να εισαχθεί, είναι απολύτως βέβαιο ότι κάποτε (έστω και σε είκοσι χρόνια) θα πάρει πτυχίο. Και εδώ η διδακτική μέθοδος είναι (περισσότερο ή λιγότερο) ίδια: η από έδρας παροχή πληροφοριών και η από συγγράμματος (ενός και μοναδικού) χρηστική απομνημόνευσή τους. Φροντιστηριακή μεθόδευση της απομνημόνευσης συνήθως δεν χρειάζεται, διότι η αντιγραφή στις εξετάσεις είναι καθεστώς. Επιπλέον, υπάρχουν και οι κομματικές νεολαίες: Αν ο φοιτητής προσχωρήσει σε κάποιες από αυτές, του εξασφαλίζουν να ξέρει, πριν από τις εξετάσεις, σε συγκεκριμένα μαθήματα, τα θέματα στα οποία θα εξεταστεί. Μοιάζει να υπάρχουν αρκετοί πανεπιστημιακοί «δάσκαλοι» αυτουργοί συναλλαγής: Κοινοποιούν σε κομματικές νεολαίες τις εξεταστικές τους ερωτήσεις, με αντάλλαγμα να τους υποστηρίξουν οι νεολαίες στη διεκδίκηση θώκων πρυτανικών ή κοσμητείας Σχολής ή προεδρίας Τμήματος.

Η Παιδεία στην Ελλάδα δεν ανακάμπτει με πλουσιότερη χρηματοδότηση και φανταιζίστικες υλικές παροχές – η σπατάλη σήμερα στα σχολεία και στα πανεπιστήμια είναι προκλητική, εξωφρενική. Η Παιδεία θα ανακάμψει μόνο με ριζική και συνεπή αλλαγή στόχου, από το Δημοτικό ώς το Πανεπιστήμιο: Οχι πια προτεραιότητα στην ποσοτική πληροφόρηση – η πληροφορία σήμερα είναι αμέσως και ευκολότατα προσβάσιμη. Προτεραιότητα απόλυτη στην ανάπτυξη της ικανότητας να κρίνει το παιδί, ο νέος, την εγκυρότητα της πληροφορίας, να συντάσσει λογικά τις πληροφορίες, να γυμνάζει τη δημιουργική του φαντασία στη χρήση των πληροφοριών.

Αυτό πρακτικά σημαίνει: Παραιτούμαστε σε σημαντικό ποσοστό από τον πληροφοριακό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, πετάμε τη μισή από τη διδακτέα σήμερα ύλη στα άχρηστα. Κρατάμε την απομνημόνευση ως ιδιαζόντως πολύτιμη άσκηση μνήμης, προκειμένου να εμπεδώσουμε στο παιδί «συντακτικές σταθερές» (αριθμητική προπαίδεια, δομές γραμματικές και συντακτικού). Δίνουμε απόλυτη προτεραιότητα στη διδασκαλία της γλώσσας ως λογικής και των μαθηματικών ως γλώσσας. Όχι χρηστικό «εργαλείο συνεννόησης» η γλώσσα, αλλά καμβάς της σκέψης, εφαλτήριο της λογικής ανάπτυξης. Όχι χρησιμοθηρία συναλλαγών τα μαθηματικά, αλλά γλώσσα για να σημάνουμε τη λογική των δομών συγκρότησης του πραγματικού και υπαρκτού, σημειολογία του λεκτικά άρρητου.

Προτεραιότητες άσκησης και γυμνασίας της σκέψης, της κρίσης, της φαντασίας μέσα από κάθε γνωστικό αντικείμενο, όχι πληροφοριακή και μόνο προσέγγιση. Αυτό σημαίνει στα πανεπιστήμια: ριζική αλλαγή του τρόπου λειτουργίας τους. Οι εισαγόμενοι κατανέμονται σε ολιγομελείς ομάδες, κάθε ομάδα έχει επιβλέποντα υπεύθυνο καθηγητή που παρακολουθεί προσωπικά τον κάθε φοιτητή. Τα μαθήματα έχουν σεμιναριακό χαρακτήρα, βασίζονται σε βιβλιογραφία που ο φοιτητής οφείλει να εξαντλήσει σε εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, μηνιαία προθεσμία, εξετάζεται η πρόοδός του σε καθημερινή βάση και με τη συνεχή σύνταξη εργασιών.

Είναι ωμός, χυδαίος εμπαιγμός της νοημοσύνης των πολιτών ο ισχυρισμός ότι η Παιδεία πάσχει επειδή δεν έχει επαρκή χρηματοδότηση.


"Η Καθημερινή", 24/05/2009